ὀβολοστάτις Save Bailly 2024 Pape ὀβολο·στάτις, ιδος (ἡ) [ᾰ] usurière, Plat. Ax. 367b. Étym. fém. de ὀβολοστάτης. ὀβολοστάτις, ἡ, fem. zu ὀβολοστάτης.