ὀβελίτης Save LSJ Pape ὀβελ-ίτης [ῑ], ὁ, = ὀβελίας, Poll. 1.248, cf. Hsch. s.v. ἀκροβολίδες. ὀβελίτης, ὁ, ἄρτος, = ὀβελίας, Poll. 1.248.