ὀδοντόφυτος
ὀδοντό-φῠτος, ον,
- = ὀδοντοφυής, Nonn. D. 5.2.
ὀδοντό·φυτος, ος, ον [ῠ] né de dents, Nonn. D. 5, 2.
Étym. ὀδούς, φύω.
ὀδοντόφυτος, aus Zähnen erwachsen, entstanden, γίγαντες, Nonn. 5.2.