ὁδός
ὁδός, ὁδός, ὁδοῦ, ἡ, road
- I of Place, way, road, Il. 12.168, 16.374, IG 1(2).878, al.; ἱππηλασίη ὁ. Il. 7.340; λαοφόρος 15.682; ὁ. ἁμαξιτός Pi. N. 6.54; ὁ. ἱερά, to Eleusis, Paus. 1.36.3, cf. IG 1(2).881; βασιλικὴ ὁ. PPetr. 3p.65 (iii B.C.), PSI 8.917.8 (i A. D.); ποταμοῦ ὁ. course, channel of a river, X. Cyr. 7.5.16; ὁ. ἀκοντίου Antipho 3.4.5: with expression of the direction, ὁδὸς ἐς . . Od. 22.128; ἡ ὁ. ἡ εἰς ἄστυ Pl. Smp. 173b; ἐπί . . Id. Phdr. 272c; τὴν εὐθὺς Ἄργους . . ὁ. leading straight to Argos, E. Hipp. 1197; τῆς ἀληθείας ὁ. the way to truth, Id. Fr. 289; cf. νόστος I.1.
- 2 with Preps., πρὸ ὁδοῦ further on the way, forwards, Il. 4.382 (cf. φροῦδος); later, = προὔργου, profitable, useful, πρὸ ὁ. εἶναι πρός τι to be helpful towards . ., Arist. Cael. 292b9, cf. Metaph. 1044a24; πρὸ ὁδοῦ γέγονεν Id. Pol. 1338a35, cf. D. Prooem. 34; κατʼ ὁδόν by the way, Hdt. 1.41, 111; κατὰ τὴν ὁ. along the road, Pl. Smp. 174d, cf. infr. III.3; ἐκ τῆς ὁ. on his road, Hdt. 1.157 (but ἄνθρωπος ἐξ ὁ. ‘the man in the street’, Eup. 25 D.); ἐν ὁδῷ on a road, Hdt. 1.114; ἐν τῇ ὁ. μέσῃ Id. 3.76 (but ἐν ὁ. καθελών Lex ap. D. 23.53, expld. by ἐν λόχῳ καὶ ἐνέδρᾳ by Harp. s.v. ὁδός); ὁδοῦ πάρεργον by the way, cursorily, Cic. Att. 5.21.13, 7.1.5, Gal. 11.607.
- 3 ὁδός is freq. omitted, ἐπορευόμην τὴν ἔξω τείχους Pl. Ly. 203a; ἡ ἐπὶ θανάτου, v. θάνατος; cf. τηνάλλως.
- II as an Action, travelling, journeying, whether by land or water, journey, voyage, Od. 2.285, 8.150, etc.; τρίποδας ὁ. στείχει A. Ag. 80 (anap.); τὰν νεάταν ὁ. στείχουσαν S. Ant. 807 (lyr.); ὁ. ἄνω κάτω μία καὶ ὡυτή Heraclit. 60; also, expedition, foray, ὁδὸν ἐλθέμεναι Il. 1.151, cf. A. Th. 714; τριήκοντα ἡμερέων . . ὁ. a thirty days’ journey, Hdt. 1.104, cf. 206; also ὅσον ἐπὶ τρεῖς ἡμέρας ὁδόν Id. 3.5 (codd., ὁδοῦ edd.); ἄστρων ὁδοί E. El. 728 (lyr.): as acc. cogn. with Verb of motion, τὴν ὁ. ἣν Ἑλένην περ ἀνήγαγεν by or in which . ., Il. 6.292; οὐρανοῦ τέμνων ὁ. . . Ἥλιε, metaph. from a ship, E. Ph. 1 (but in Prose ὁ. τέμνειν is to make a road, Th. 2.100, Pl. Lg. 810e); similarly where ὁ. is road, μέσην ἔρχευ τὴν ὁ. Thgn. 220; ὁ. χωρεῖν Th. 3.24; ἰόντες τὴν ἱρὴν ὁ., from Delphi, Hdt. 6.34.
- III metaph., way or manner, πολλαὶ δʼ ὁ. . . εὐπραγίας Pi. O. 8.13; γλώσσης ἀγαθῆς ὁδός A. Eu. 989 (anap.); θεσπεσία ὁ. the way or course of divination, Id. Ag. 1154 (lyr.); μαντικῆς ὁ. S. OT 311; οἰωνῶν ὁδοῖς Id. OC 1314; σῶν ὁ. βουλευμάτων E. Hec. 744; γνώμης Id. Hipp. 290; λογίων ὁ. their way, intent, Ar. Eq. 1015; εὐτελείας ὁ. Jul. Or. 6.198d.
- 2 a way of doing, speaking, etc., τῆσδʼ ἀφʼ ὁδοῦ διζήσιος Parm. 1.33, cf. 8.18; τριφασίας ἄλλας ὁ. λόγων ways of telling the story, Hdt. 1.95, cf. 2.20, 22; but τριφασίας ὁ. τρέπεται turns into three forms, Id. 6.119; ἄδικον ὁ. ἰέναι Th. 3.64; ὁ. ἥντινʼ ἰών by what course of action, Ar. Pl. 506, cf. Nu. 75; ἢν ἔχομεν ὁ. λόγων Id. Pax 733; μία δὴ λείπεται . . ὁ. Pl. Smp. 184b.
- 3 method, system, Id. Sph. 218d, Arist. APr. 53a2, al.; ὁδῷ methodically, systematically, Pl. R. 533b, Stoic. 2.39, etc.; so καθʼ ὁδόν Pl. R. 435a; τὴν διὰ τοῦ στοιχείου ὁ. ἔχων ἔγραφεν Id. Tht. 208b (cf. διέξοδον 208a).
- 4 of the Christian Faith and its followers, Act. Ap. 9.2, 22.4, 24.14. (Root sed- ‘go’, in Skt. sad-, ā-sad- ‘come to’, ‘reach’, OSlav. choditi ‘go’.)
1. weg:
2. reis:
3. route, manier:
1) der Pfad, die Straße ; ἐγγὺς ὁδοῖο, Il. 10.274 ; ἐν ξυνοχῇσιν ὁδοῦ, 23.330 ; ἱππηλασίη, 7.340 ; ὁδῷ ἔπι οἰκία ναίων, an der Straße wohnend, 6.15 ; ὥστε μέλισσαι οἰκία ποιήσωνται ὁδῷ ἐπὶ παιπαλοέσσῃ, 12.168 ; λαοφόρος, die große Heerstraße, 15.682 ; die Bahn des Seefahrers, 6.292 ; πρὸ ὁδοῦ ἐγένοντο, sie gingen fürder des Weges, vorwärts, 4.382 (vgl. ὅταν πρὸ ὁδοῦ γένωνται Ael. H.A. 11.38 ; auch übertr., ὃ πρὸ ὁδοῦ σοι γένοιτʼ ἂν ἐς τὰ μαθήματα, förderlich, Luc. Hermot. 1); ὁδὸν ἁγεμονεῦσαι, Pind. Ol. 6.25 ; ἁμαξιτός, N. 6.56 ; übertr., ἐν εὐθείαις ὁδοῖς στείχειν, 1.25 ; σχιστὴ δʼ ὁδός, Soph. O.R. 733 ; σύ μʼ ἐξ ὁδοῦ πόδα κρύψον κατʼ ἄλσος, O.C. 113 ; ὁδοῦ ἀτραπός, Ar. Nub. 76 ; u. in Prosa, ἰόντες τὴν ἱρὴν ὁδόν, Her. 6.34, ἡ ὁδὸς ἡ εἰς ἄστυ, Plat. Symp. 173b ; auch leicht zu ergänzen, ἐπορευόμην τὴν ἔξω τείχους, Lys. 203a ; ὁδῷ βαδίζειν, Dem. 25.10 u. sonst. Auch ποταμοῦ, das Flußbett, Xen. Cyr. 7.5.16.
2) die Handlung des Gehens, Gang, Reise ; οὔ τοι ἔπειθʼ ἁλίη ὁδὸς ἔσσεται, Od. 2.273 ; σοὶ δʼ ὁδὸς οὐκέτι δηρὸν ἀπέσσεται, die Abreise, 2.285, 8.150 ; λιλαιόμενόν περ ὁδοῖο, 1.315 ; ὄφρα πρήσσωμεν ὁδοῖο, 2.404, daß wir die Reise vollenden ; τελεῖν ὁδόν, 2.256 ; ἦνον, 3.496 ; ὁδὸν ἐλθεῖν, einen Kriegszug machen, Il. 1.151 ; ἀπʼ Ἄργεος ἦλθον δευτέραν ὁδόν, Pind. P. 8.44 ; μή τι πημανθῇς ὁδῷ, Aesch. Prom. 334 ; κατερητύσων ὁδόν, ἣν στέλλει, Soph. Phil. 1402 ; ἡ δʼ ὁδὸς βραδύνεται, El. 1493 ; auch οἰωνῶν, vom Vogelfluge, O.C. 1316 ; τὰν νεάταν ὁδὸν στείχουσαν, d.i. den Todesweg, Ant. 801, wie βέβηκε τὴν πανυστάτην ὁδόν Trach. 872 ; vgl. Eur. Alc. 613 ; ἐκ μακρᾶς ἀναπεπαυμένος ὁδοῦ, Plat. Critia. 106a ; κατὰ τὴν ὁδόν, unterwegs, Prot. 314c.
3) übertr., Mitteln. Weg, Etwas auszurichten, Art u. Weise ; πολλαὶ ὁδοὶ εὐπραγίας, Pind. Ol. 8.13 ; νόῳ ἔχει ἀλαθείας ὁδόν, P. 3.103 ; ὕβριος ἐχθρὰν ὁδὸν εὐθυπορεῖ, Ol. 7.91 ; γλώσσης ἀγαθῆς ὁδὸν εὑρίσκει, Aesch. Eum. 944 ; πολλὰς ὁδοὺς ἐλθόντα φροντίδος πλάνοις, Soph. O.R. 67 ; εἴ τινʼ ἄλλην μαντικῆς ἔχεις ὁδόν, 311 ; σῶν ὁδὸν βουλευμάτων, Eur. Hec. 744 ; γνώμης, Hipp. 290 ; λογίων, Ar. Eq. 1010 ; u. in Prosa, ἔλεξαν περὶ τούτου τριφασίας ὁδούς Her. 2.20, ἐπιστάμεθα, οἵᾳ ὁδῷ οἱ Ἀθηναῖοι χωροῦσιν ἐπὶ τοὺς πέλας Thuc. 1.69, ἄδικον ὁδὸν ἰέναι 3.64, ὑπάρχουσι καὶ ἄλλαι ὁδοὶ τοῦ πολέμου 1.122, τὴν νῦν τετμημένην ὁδὸν τῆς νομοθεσίας Plat. Legg. VII.810e ; bes. ὁδῷ, καθʼ ὁδὸν λέγειν, nach einem bestimmten Verfahren, methodisch, Phaedr. 263b, Rep. VII.533b ; τίνα δὴ ὁδὸν ἰών ; welchen Weg einschlagend ? auf welche Weise ? Xen. Cyr. 1.6.16, vgl. 24.
-οῦ, ἡ
[σεδ-. See ὄζος 2.]
The first syllable lengthened metrically οὐδός Od. 17.196.
- 1
A way, path, track, passage, road : ἐπεὶ πρὸ ὁδοῦ ἐγένοντο (local genit., forward on their way) Il. 4.382, παρὲξ ὁδοῦ κλινθήτην Il. 10.349, ἀμφὶς ὁδοῦ δραμέτην (local genit., apart on their way) Il. 23.393. Cf. Il. 6.15, 391, Il. 7.143, Il. 16.374, etc.: Od. 5.237, Od. 6.264, Od. 8.107, Od. 9.261, Od. 10.103, etc.
- 2
A going, journey, voyage, course : τὴν ὁδὸν ἣν Ἑλένην ἀνήγαγεν (on that voyage on which . . .) Il. 6.292. Cf. Il. 1.151, Il. 9.626 : ἐπειγόμενός περ ὁδοῖο Od. 1.309. Cf. Od. 1.444, Od. 2.285, Od. 3.316, Od. 4.393 (in your absence on a long journey), Od. 6.165, Od. 8.444, Od. 16.138, Od. 21.20, etc.
- 3
Means of journeying or passage, facilities for a journey : πάρ τοι ὁδός (your way lies open) Il. 9.43 : ὁδὸν ᾔτεον Od. 10.17. Cf. Od. 12.334.
- 1
- 1way
- a lit. ἔτειλαν Διὸς ὁδὸν παρὰ Κρόνου τύρσιν O. 2.70 δάμασε καὶ κείνους Ἡρακλέης ἐφʼ ὁδῷ O. 10.30 ἄλλʼ ἄλλοτε πατέων ὁδοῖς σκολιαῖς P. 2.85 εὐθύτομόν τε κατέθηκεν Ἀπολλωνίαις ἀλεξιμβρότοις πεδιάδα πομπαῖς ἔμμεν ἱππόκροτον σκυρωτὰν ὁδόν in Cyrene P. 5.93 ναυσὶ δʼ οὔτε πεζὸς ἰών κεν εὕροις ἐς Ὑπερβορέων ἀγῶνα θαυμαστὰν ὁδόν P. 10.30 Θέμιν Μοῖραι ποτὶ κλίμακα σεμνὰν ἆγον Οὐλύμπου λιπαρὰν καθʼ ὁδόν fr. 30. 4. δολιχὰ δʼ ὁδὸς ἀθανάτω[ν Δ. 4. 18. τὶν γὰρ εὔφρων ἕψεται πρώτα θυγάτηρ ὁδού δάφνας εὐπετάλου σχεδὸν βαίνοισα πεδίλοις (on the path of the daphnephoric procession, cf. Schwyz., 2. 112: others connect ὁδοῦ with δάφνας) Παρθ. 2. 68.
- b met., path of song, glory, simm. ἐπίκουρον εὑρὼν ὁδὸν λόγων O. 1.110 κεῖναι γὰρ ἐξ ἀλλᾶν ὁδὸν ἁγεμονεῦσαι ταύταν ἐπίστανται O. 6.25 τιμῶντες δʼ ἀρετὰς ἐς φανερὰν ὁδὸν ἔρχονται O. 6.73 ἐπὶ μὰν βαίνει τι καὶ λάθας ἀτέκμαρτα νέφος, καὶ παρέλκει πραγμάτων ὀρθὰν ὁδὸν ἔξω φρενῶν O. 7.46 ὕβριος ἐχθρὰν ὁδὸν εὐθυπορεῖ O. 7.90 πολλαὶ δʼ ὁδοὶ σὺν θεοῖς εὐπραγίας O. 8.13 ἐντὶ γὰρ ἄλλαι ὁδῶν ὁδοὶ περαίτεραι O. 9.105 εἰ δὲ νόῳ τις ἔχει θνατῶν ἀλαθείας ὁδόν P. 3.103 ὠκεῖα δʼ ἐπειγομένων ἤδη θεῶν πρᾶξις ὁδοί τε βραχεῖαι P. 9.68 χρὴ δʼ ἐν εὐθείαις ὁδοῖς στείχοντα μάρνασθαι φυᾷ N. 1.25 πατρίαν εἴπερ καθʼ ὁδόν νιν εὐθυπομπὸς αἰὼν ταῖς μεγάλαις δέδωκε κόσμον Ἀθάναις N. 2.7 καὶ ταῦτα μὲν παλαιότεροι ὁδὸν ἀμαξιτὸν εὗρον N. 6.54 θρασύ μοι τόδʼ εἰπεῖν, φαενναῖς ἀρεταῖς ὁδὸν κυρίαν λόγων οἴκοθεν N. 7.51 ἐς ἑπταπύλους Θήβας ἄγαγον στρατὸν ἀνδρῶν αἰσιᾶν οὐ κατʼ ὀρνίχων ὁδόν N. 9.19 ]α κατὰ πᾶσαν ὁδὸν[ Pae. 4.6 ὅστις ἄνευθʼ Ἑλικωνιάδων βαθεῖαν ἐρευνᾷ σοφίας ὁδόν Πα. 7B. 20. ἔθηκας ἀμάχανον ἰσχύν τʼ ἀνδράσι καὶ σοφίας ὁδόν Pae. 9.4 ἀλλὰ δίκας δοὺς π[ις]τὰς ἐφίλη[ς.]ν. (Puech: διδούς G-H.) Παρθ. 2. 64. γυναικείῳ θράσει ψυχρὰν φορεῖται πᾶσαν ὁδὸν θεραπεύων (ὁδὸν is internal acc. with φορεῖται and dir. acc. of θεραπεύων) fr. 123. 9. ν]υκτὶ βίας ὁδὸν[ of the entry of Herakles into the palace of Diomedes) fr. 169. 19. ἔσθʼ ὅτε πιστόταται σιγᾶς ὁδοί (Bergk: -οτάταις ὁδοῖς codd.: -οτάτα ὁδό Sylburg) fr. 180. 2.
- c
- α motion ἁ μὲν οὔθʼ ἱστῶν παλιμβάμους ἐφίλησεν ὁδούς i. e. going to and fro at the loom P. 9.18
- β journey “νυκτὶ κοινάσαντες ὁδόν” (cf. fr. 169. 19) P. 4.115 ἀπʼ Ἄργεος ἤλυθον δευτέραν ὁδὸν Ἐπίγονοι P. 8.42
Strong 3598
1. a way, path, road: Mt 2:12, Mk 10:46, Lk 3:5, al.; κατὰ τὴν ὁ., Lk 10:4, al.; παρὰ τὴν ὁ., Mt 13:4, al.; c. gen. pers, (subj.), τὴν ὁ. ἑτοιμάζειν (fig.), Mt 3:3, Mk 1:3, al.; c. gen. term. (obj.), ἐθνῶν, Mt 10:5; τ. ἁγίων (fig.), He 9:8; acc., ὁδόν, with force of prep. (like Heb. (LXX).
2. A traveller's way, journey: ἐν τ. ὁ., Mt 5:25, Mk 8:27, al.; ἐξ ὁ., Lk 11:6; εἰς ὁ., Mt 10:10; τ. ὁδὸν πορεύεσθαι, Ac 8:39; ὁ. ἡμέρας, Lk 2:44; ὁδὸν ποιεῖν (= cl., ὁ. ποιεῖσθαι; v. Field, Notes, 25), to make one's way, i.e. proceed on one's journey, Mk 2:23.
3. Metaph. (cl.; but esp. freq. in Heb.; v. Cremer, 442 ff.), of a course of conduct, a way of thinking or acting: Ac 14:16, I Co 4:17 12:31, Ja 1:8 5:20; τοῦ Κάϊν, Ju 11; τ. Βαλαάμ, II Pe 2:15; εἰρήνης, Ro 3:17; ζωῆς, Ac 2:28; ἡ ὁ. ἡ ἀπάγουσα εἰς τ. ζωήν (Dalman, Words, 160), Mt 7:14; τ. δικαιοσύνης, Mt 21:32; σωτηρίας, Ac 16:17; αἱ ὁ. τ. θεοῦ (κυρίου), Ac 13:10, Ro 11:33, Re 15:3 (cf. Ho 14:9 Ps 94 (95):10, Si 39:24, al.); ἡ ὁ. τ. θεοῦ (the way approved by God), Mt 22:16, Mk 12:14, Lk 20:21; id., of the Christian religion, Ac 18:26; so, absol., ἡ ὁ., Ac 9:2 19:9, 23 24:22; of Christ as the means of approach to God, Jo 14:6.
4. Ellipsis of ὁ.: ποίας (sc. ὁδοῦ), Lk 5:19; ἐκείνης, ib. 19:4 (v. Bl., § 36, 13; 44, 1).
- a threshold, Soph., etc.
- Ia way, path, track, road, highway: ποταμοῦ ὁδός the course of a river, Xen.; the path of the heavenly bodies, Eur.
- 2with Preps., πρὸς ὁδοῦ further on the way, forwards, Il. (cf. φροῦδος):—κατʼ ὁδόν by the way, Hdt.;— ἐκ τῆς ὁδοῦ on his road Hdt.
- IIa travelling, journeying, whether by land or water, a journey or voyage, Hom., etc.:—also an expedition, foray, Il.:—c. gen., τὴν εὐθὺς Ἀργοῦς ὁδόν the way leading straight to Argos, Eur.
- IIImetaph. a way or manner, θεσπεσία ὁδός the way or course of divination, Aesch.; ὁδ. μαντικῆς Soph.; λογίων ὁ the way, intent of the oracles, Ar.
- 2a way of doing, speaking, etc., τριφασίας ἄλλας ὁδοὺς λόγων three other ways of telling the story, Hdt.; ὁδὸν ἥντινʼ ἰών by what course of action, Ar., etc.
- 3a way, method, system; ὁδῷ methodically, systematically, Plat.
- 4the Way, i. e. the Christian Faith, NTest.
-
…τριάκοντα λέγειν ὅτι τὰ ὑπὸ τῶν τριάκοντα προσταχθέντα ἐποίουν ; καὶ μὲν δὴ οὐκ ἐν τῇ οἰκίᾳ ἀλλʼ ἐν τῇ ὁδῷ, σῴζειν τε αὐτὸν καὶ τὰ τούτοις ἐψηφισμένα παρόν, συλλαβὼν ἀπήγαγεν. ὑμεῖς δὲ πᾶσιν ὀργίζεσθε, ὅσοι εἰς…
Lysias, Speeches
-
…τὴν διατριβὴν αὑτῷ πολλὴν ἔσεσθαι · ἀλλʼ ὑπεριδὼν καὶ τὰ φύσει πεφυκότα καὶ τὰ θεῖα πράγματα καὶ τὰς ἀνθρωπίνας διανοίας ὁδὸν μὲν διὰ τῆς θαλάττης ἐποιήσατο, πλοῦν δὲ διὰ τῆς γῆς ἠνάγκασε γενέσθαι, ζεύξας μὲν τὸν Ἑλλήσποντον, διορύξας…
Lysias, Speeches
-
…ταῦτα ἐπορευόμεθα · ἐπειδὴ δὲ ἐν τῷ προθύρῳ ἐγενόμεθα, ἐπιστάντες περί τινος λόγου διελεγόμεθα, ὃς ἡμῖν κατὰ τὴν ὁδὸν ἐνέπεσεν · ἵνʼ οὖν μὴ ἀτελὴς γένοιτο, ἀλλὰ διαπερανάμενοι οὕτως ἐσίοιμεν, στάντες ἐν τῷ προθύρῳ διελεγόμεθα ἕως συνωμολογήσαμεν…
Plato, Protagoras
-
…ἐγὼ δὲ ἡγούμενος ἐκεῖνον μὲν ἐκφεύξεσθαι, τούτους δʼ, ἐπειδὴ τάχιστα ἐντύχοιεν ἀνθρώποις, αἰσχυνομένους ἀποτρέψεσθαι ταῦτα διανοηθεὶς ἑτέραν ὁδὸν ᾠχόμην ἀπιών · οὕτω σφόδρʼ αὐτοὺς ἐφυλαττόμην, καὶ πάντα τὰ ὑπὸ τούτων γιγνόμενα μεγάλην ἐμαυτῷ συμφορὰν ἐνόμιζον. κἀνταῦθα…
Lysias, Speeches
-
…τοὺς ἀνθρώπους · ἡγοῦνται γὰρ τὸν τοιοῦτον πρὸς τοῖς ἄλλοις καὶ πανοῦργον εἶναι. ἐγὼ οὖν τούτων τὴν ἐναντίαν ἅπασαν ὁδὸν ἐλήλυθα, καὶ ὁμολογῶ τε σοφιστὴς εἶναι καὶ παιδεύειν ἀνθρώπους, καὶ εὐλάβειαν ταύτην οἶμαι βελτίω ἐκείνης εἶναι, τὸ…
Plato, Protagoras
-
…, ὦ ἄνδρες, ἐκεῖνος τούτων ἔτυχεν ὧνπερ οἱ νόμοι κελεύουσι τοὺς τὰ τοιαῦτα πράττοντας, οὐκ εἰσαρπασθεὶς ἐκ τῆς ὁδοῦ, οὐδʼ ἐπὶ τὴν ἑστίαν καταφυγών, ὥσπερ οὗτοι λέγουσι · πῶς γὰρ ἄν, ὅστις ἐν τῷ δωματίῳ πληγεὶς…
Lysias, Speeches
-
…οὐ τοίνυν ταῦτα εἰκότα ; μέν ;, ἄλλως δὲ περὶ αὐτῶν πέπρακται, ἀλλὰ καταλαβόντες τὸ μειράκιον ἐκ τῆς ὁδοῦ ἦγον βίᾳ, ἐντυχὼν δʼ ἐγὼ τούτων μὲν οὐχ ἡπτόμην, τοῦ μειρακίου δʼ ἐπελαμβανόμην · οὗτοι δὲ ἐκεῖνόν τε…
Lysias, Speeches
-
…μαχόμενον · ὁποῖα δὲ ᾄδων ἄν τις καὶ ὀρχούμενος ἀμφότερα ταῦτα πράττοι, τὸ μὲν τῶν τύπων εἴρηται καὶ καθάπερ ὁδοὶ τέτμηνται καθʼ ἃς ἰτέον, προσδοκῶντα καὶ τὸν ποιητὴν εὖ λέγειν τὸ Τηλέμαχʼ, ἄλλα μὲν αὐτὸς ἐνὶ φρεσὶ σῇσι…
Plato, Laws
-
…γὰρ μειράκιον ὡς ἔγνω, ῥῖψαν θοἰμάτιον, φεῦγον ᾤχετο, οὗτοι δὲ αὐτὸν ἐπεδίωκον, ἐγὼ δὲ ἑτέραν ἀπελθὼν ὁδὸν ᾠχόμην. καίτοι ποτέρους χρὴ αἰτίους τῶν γεγενημένων εἶναι νομίζειν, τοὺς φεύγοντας ἢ τοὺς ζητοῦντας καταλαβεῖν ; ἐγὼ μὲν…
Lysias, Speeches
-
…ὦ Κέφαλε, χαίρω γε διαλεγόμενος τοῖς σφόδρα πρεσβύταις · δοκεῖ γάρ μοι χρῆναι παρʼ αὐτῶν πυνθάνεσθαι, ὥσπερ τινὰ ὁδὸν προεληλυθότων ἣν καὶ ἡμᾶς ἴσως δεήσει πορεύεσθαι, ποία τίς ἐστιν, τραχεῖα καὶ χαλεπή, ἢ ῥᾳδία καὶ εὔπορος…
Plato, Republic