ὀζωτός
ὀζωτός, branching
ὀζωτός, ή, όν, (ὀζόομαι)
- branching, Thphr. HP 1.3.1.
ὀζωτός, ή, όν, branchu, Th. H.P. 1, 3, 1.
Étym. ὀζόομαι.
ὀζωτός, = ὀζώδης¹, Theophr.
ὀζωτός, branching