ὀζαλέος
ὀζαλέος, branching
ὀζᾰλέος, α, ον, (ὄζος)
- branching, AP 9.249 (Maec.).
ὀζαλέος, α, ion. η, ον, noueux, Anth. 9, 249.
Étym. ὄζος.
ὀζαλέος, ästig, ὀζαλέην βάκτρου τήνδε καρηβαρίην δέξῃ, Qu.Maec. 10 (IX.249).
ὀζαλέος
ὀζᾰλέος, η, ον,
ὄζος
- branching, Anth.