ὄζολις Save LSJ Bailly 2024 Pape ὄζολις, ιδος, ἡ, = ὄζαινα II, Arist. HA 525a19. ὄζολις, ιδος (ἡ) c. ὄζαινα, Arstt. H.A. 4, 1, 27. ὄζολις, ιδος, ἡ, fem. zu ὀζόλης, ein Polyp, = ὄζαινα, Arist. H.A. 4.1.