Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀνόμασμα
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὀνοκέφαλος
ὀνοκίνδης
ὀνοκίνδιος
ὀνοκλεία
ὀνόκλεια
ὀνοκοίτης
ὀνοκόμος
ὀνοκόπος
ὀνοκρόταλος
ὀνοκτηνοτρόφος
ὀνοκώλη
ὀνόκωλις
ὀνόκωλος
ὄνομα
Ὀνομάδημος
ὀνομάζω
ὀνομαθετέω
ὀνομαθέτης
ὄνομαι
ὀνομαίνω
ὀνομακλήδην
Ὀνομακλῆς
ὀνομακλήτωρ
ὀνομάκλυτος
ὀνομακλυτός
Ὀνομάκριτος
Ὀνομάντιος
Ὀνόμαρχος
ὀνομασία
ὀνόμασις
ὀνόμασμα
ὀνομαστεί
ὀνομαστέον
ὀνομαστήρια
ὀνομαστής
ὀνομαστί
ὀνομαστικός
ὀνομαστικῶς
ὀνομαστός
Ὀνόμαστος
ὀνοματίζω
ὀνοματικός
ὀνοματικῶς
ὀνομάτιον
ὀνοματισμός
ὀνοματογραφέω
ὀνοματογραφία
ὀνοματογράφος
ὀνοματοθεσία
ὀνοματοθέσια
ὀνοματοθετέω
ὀνοματοθέτης
ὀνοματοθετικός
ὀνοματοθήρας
ὀνοματοθηρέω
ὀνοματοκλήτωρ
ὀνοματολόγος
ὀνοματομάχος
ὀνοματοποιέω
ὀνοματοποίησις
ὀνοματοποιητικός
…
ὀνόμασμα
Save
Pape
ὀνόμασμα
, τό, bei Plat.
f.l.
für μάσμα.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}