Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀξυόπτης
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ὄξυλος
ὀξυμάθεια
ὀξυμαθής
ὀξυμαθία
ὀξύμαλον
ὀξυμελής
ὀξύμελι
ὀξυμελίκρατον
ὀξυμελίκρητον
ὀξυμέριμνος
ὀξύμηλον
ὀξυμήνιτος
ὀξύμολπος
ὀξύμορφος
ὀξύμυρον
ὀξυμυρσίνη
ὀξύμωρος
ὀξυναῖος
Ὀξύνεια
ὀξύνιτρον
ὀξύνοος
ὄξυνος
ὀξυνοσία
ὀξύνους
ὀξυντέον
ὀξυντήρ
ὄξυντρα
ὀξύνω
ὀξυόδους
ὀξυόεις
ὀξυόπτης
ὀξυόρυγχος
ὀξυόστρακος
ὀξυπαγής
ὀξυπαθής
ὀξυπαιδερώτινος
ὀξυπαραύδητος
ὀξυπαροπτάω
ὀξυπείνης
ὀξύπεινος
ὀξυπέπερι
ὀξυπετής
ὀξύπετρος
ὀξυπευκής
ὀξύπικρος
ὀξύπληκτος
ὀξυπλήξ
ὀξυποδέω
ὀξυπόδης
ὀξυποδητής
ὀξυποδία
ὀξυπολυφαγία
ὁξυπόριον
ὀξυπόριον
ὀξυπόριος
ὀξυπόρος
ὀξύπορος
ὀξύπους
ὀξύπρῳρος
ὀξυπτέριον
ὀξύπτερος
…
ὀξυόπτης
Save
Pape
ὀξυόπτης
, ὁ,
scharf sehend, Schol. Nic. Ther
. 392.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}