ὀξυόρυγχος Save Bailly 2024 Pape ὀξυό·ρυγχος, ος, ον, c. ὀξύρρυγχος, Hés. (Ath. 116b vulg. ; ὀξύρρυγχος conj. Mein.). ὀξυόρυγχος, = ὀξύρυγχος, Hes. bei Ath. III.116a.