ὀστοκόπος Save LSJ Bailly 2024 Pape ὀστο-κόπος, ὁ, v. ὀστεοκόπος. ὀστο·κόπος, ου (ὁ) courbature, prop. qui brise les os, Gal. 6, 102. Étym. ὀ. κόπτω. ὀστοκόπος, ὁ, = ὀστεοκόπος, Sp.