Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀστρακᾶς
ὀστρακᾶς, potter
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὀστίτης μυελός
ὄστλιγξ
ὀστοδερμία
ὀστοδέτης
ὀστοδετική
ὀστοδοχεῖον
ὀστοειδής
ὀστοθηκάριον
ὀστοθήκη
ὀστοθήκιον
ὀστοινα
ὀστόϊνος
ὀστοκατάκτης
ὀστοκατεάκτης
ὀστοκλάστης
ὀστοκόπος
ὀστοκοπώδης
ὀστοκόραξ
ὀστολογέω
ὀστολογία
ὀστολόγος
ὀστομαχία
ὀστομάχιον
ὀστόν
ὀστοποιητικός
ὀστοῦν
ὀστοφαγέω
ὀστοφάγος
ὀστοφανέω
ὀστοφυής
ὀστρακᾶς
ὀστράκεος
ὀστρακεύς
ὀστρακηρός
ὀστρακίας
ὀστρακίζω
ὀστρακίνδα
Ὀστρακίνη
ὀστράκινος
ὀστράκιον
ὀστρακίς
ὀστρακισμός
ὀστρακίτης
ὀστρακῖτις
ὀστρακόδερμος
ὀστρακόεις
ὀστρακοκονία
ὄστρακον
ὀστρακόνωτος
ὀστρακοποιός
ὀστρακόρινος
ὀστρακόσδερμος
ὀστρακοῦς
ὀστρακοφορέω
ὀστρακοφορία
ὀστρακόχροος
ὀστρακόχρους
ὀστρακόχρως
ὀστρακόω
ὀστρακώδης
ὀστρειακός
…
ὀστρακᾶς
Save
ὀστρακᾶς, potter
LSJ
ὀστρᾰκ-ᾶς, ᾶ, ὁ,
potter,
Hdn.Gr.
2.657,
MAMA
3.718 (Corycus).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}