ὀστοκατάκτης Save Bailly 2024 Pape ὀστο·κατάκτης, ου [κᾰ] adj. m. qui brise les os, Hpc. Étym. ὀστέον, κατάγνυμι. ὀστοκατάκτης, ὁ, Knochenbrecher, Hippocr.