ὀστοποιητικός
ὀστοποιητικός, of or for making bone
ὀστο-ποιητικός, ή, όν,
- of or for making bone, δύναμις Gal. Nat.Fac. 1.6.
ὀστο·ποιητικός, ή, όν, propre à former les os, Gal. 5, 12.
Étym. ὀστέον, ποιέω.