Ὀδύσσειος
Ὀδύσσειος, of Ulysses
Ὀδύσσ-ειος, v. Ὀδυσσεύς.
Ὀδύσσειος, poét. Ὀδυσήϊος, ος, ον [ῠ] d’Ulysse, Od. 18, 353.
Étym. Ὀδυσσεύς.
Ὀδύσσειος
from Ὀδυσσεύς
Ὀδύσσειος, Epic Ὀδυσήιος, η, ον
- of Ulysses, Od.