ὀδυνώδης
ὀδυνώδης, painful
ὀδῠνώδης, ες,
- painful, in Adv. -ωδῶς Gal. 7.788.
ὀδυνώδης, ης, ες [ῠ] douloureux, Hpc. 427, 32 ; 684, 42, etc. ; cp. -έστερος, Hpc. Fract. 7, 64.
Étym. ὀδύνη, -ωδης.
ὀδυνώδης, ες, schmerzhaft, Hippocr.