ὀδύρομαι
ὀδύρομαι, to lament, bewail, mourn for
- lament, bewail, a person or thing:
- 1 c. acc. pers., ὀδυρομένη φίλα τέκνα Il. 2.315; Ἕκτορα δάκρυ χέοντες ὀδύροντο 24.714, cf. S. OC 1439, Ant. 693: less freq. c. acc. rei, ὁ δʼ ὀδύρετο πατρίδα γαῖαν mourned for it, i.e. for the want of it, Od. 13.219; so νόστον ὀ. 5.153, 13.379; προπηλακίσεις Pl. R. 329b; δυστυχίας Isoc. 4.169; πάθη D. 18.41; οὐκ ὠδύραντο . . τὴν προκαταστροφήν Epicur. Sent. 40.
- 2 c. gen. pers., mourn for, for the sake of . ., ὡς δὲ πατὴρ οὗ παιδὸς ὀ. Il. 23.222, cf. 22.424, Od. 4.104, etc.; ὑπέρ τινος Pl. R. 387d; ἐπὶ πᾶσι Arist. VV 1251b21.
- 3 ὀ. τινί wail or lament to or before, ἐξελθὼν λαιοῖσιν ὀ. Od. 4.740; ἀλλήλοισιν ὀδύρονται wail aloud one to another, Il. 2.290.
- 4 abs., wail, mourn, freq. in Hom., in part., -όμενος στεναχίζω Od. 9.13; στοναχῇ τε γόῳ τε ἧσται ὀ. 16.145; ὀ. κατὰ θυμόν 18.203; τίταῦτʼ ὀδύρομαι; why mourn I thus? E. Andr. 397 (where Pors. restores ταῦτα δύρομαι for the caesura); θρηνοῦντός τε μου καὶ ὀδυρομένου Pl. Ap. 38d, cf. Phld. Rh. 1.381 S., etc.
1) wehklagen, jammern, trauern ; absolut, στοναχῇ τε γόῳ τε, Od. 16.145, ὀδυρόμενος στεναχίζω, 9.13 u. öfter ; – τινός, um Einen, um Etwas, ὀδύρεαι ἔνδοθι θυμῷ Ἀργείων, Od. 8.577, τῶν πάντων οὐ τόσσον ὀδύρομαι –, ὡς ἑνός, Il. 22.424, vgl. 23.222, Od. 4.104, 819 ; auch ἀμφί τινα, 11.486 ; aber τινί ist = Einem Etwas vorklagen, 4.740, ἀλλήλοισιν, sich gegenseitig vorklagen, Il. 2.290 ; οὔτε κλαίειν οὔτʼ ὀδύρεσθαι πρέπει, Aesch. Spt. 638 ; Soph. Aj. 320.
2) trans., beklagen, beweinen, τινά, Il. 24.740 u. öfter ; auch πατρίδα γαῖαν, um das Vaterland trauern, sich mit Betrübnis nach der Heimat sehnen, Od. 13.219, σὸν ἀεὶ νόστον ὀδυρομένη, ib. 379, wie 5.113, aus Sehnsucht nach der Heimkehr trauern ; χειμῶνα, Aesch. Prom. 845 ; τὴν παῖδα ταύτην οἷʼ ὀδύρεται πόλις, Soph. Ant. 689 ; τί ταὖτα θρηνῶ καὶ μάτην ὀδύρομαι ; Eur. Phoen. 1762, öfter, und in Prosa, Plat. Rep. III.329b ; auch ὑπέρ τινος ὡς δεινόν τι πεπονθότος, ib. 387d ; καὶ θρηνεῖν, Apol. 38d ; καὶ κλαίειν, Rep. III.388d ; u. so bei den Folgdn ; τὰ παιδία ὀδυρεῖται καὶ πολλοὺς λόγους καὶ ταπεινοὺς ἐρεῖ, Dem. 21.186. von der gewöhnlichen Art der Redner, das Mitleid der Richter zu erregen ; τί σεαυτὸν ὀδύρῃ, Luc. Mort.D. 17.1. – Die kürzere Form δύρομαι haben die Tragg., τὰ μὲν παρόντα μὴ δύρεσθʼ ἄχη, Aesch. Prom. 271 ; Pers. 574 ; Soph. O.R. 1218, nach Porsons Emend. ; vgl. Porson Eur. Hec. 734 ; einzeln auch sp.D.
3 sing. aor. subj. ὀδύρεται Il. 23.222 : Od. 4.740.
Pple. ὀδυράμενος Il. 24.48.
- 1
To make lament, weep, wail, mourn, sorrow, grieve : ὀδύρετο δάκρυα λείβων Il. 18.32. Cf. Il. 9.591, 612, Il. 22.79, Il. 23.154, 222, 224, Il. 24.48, 128, 166, 549 : Od. 1.55, Od. 4.194, Od. 5.160, Od. 8.33, Od. 14.129, Od. 18.203, Od. 23.241, etc.
With genit. of person mourned for : τῶν πάντων οὐ τόσσον ὀδύρομαι ὡς ἑνός Il. 22.424 := Od. 4.104. Cf. Od. 4.819, Od. 14.40, 142, 174, Od. 15.355.
With genit. of something not attained mourned for : γάμου Od. 21.250.
- 2
To make lament or complaint, set forth one’s wrongs : εἴ που κεῖνος ἐξελθὼν λαοῖσιν ὀδύρεται Od. 4.740.
- 3
To lament, weep for, mourn : ἕταρον Il. 19.345. Cf. Il. 24.714, 740: Od. 1.243, Od. 4.100, 110.
Of a bird ,
[στρουθὸς
] ὀδυρομένη τέκνα Il. 2.315. - 4
To long for in sorrow, be sick for to the point of tears : πατρίδα γαῖαν Od. 13.219. Cf. Od. 5.153, Od. 13.379.
With infin., to express by lamentation one’s longing to do something : οἶκόνδε νέεσθαι Il. 2.290.
- 1
- to lament, bewail, mourn for:
- 1c. acc. pers., Hom., Soph.; c. acc. rei, ὁ δʼ ὀδύρετο πατρίδα γαῖαν mourned for it, i. e. for the want of it, Od.; so, νόστον ὀδυρομένη Od.
- 2c. gen. pers. to mourn for, for the sake of, Hom.
- 3c. dat. pers. to wail or lament to or before others, Hom.
- 4absol. to wail, mourn, Hom., Eur.
-
…ἀναισχυντίας καὶ τοῦ μὴ ἐθέλειν λέγειν πρὸς ὑμᾶς τοιαῦτα οἷʼ ἂν ὑμῖν μὲν ἥδιστα ἦν ἀκούειν θρηνοῦντός τέ μου καὶ ὀδυρομένου καὶ ἄλλα ποιοῦντος καὶ λέγοντος πολλὰ καὶ ἀνάξια ἐμοῦ, ὡς ἐγώ φημι, οἷα δὴ καὶ εἴθισθε ὑμεῖς τῶν…
Plato, Apology
-
…καὶ τότε μὲν εὖ ζῶντες, νῦν δὲ οὐδὲ ζῶντες. ἔνιοι δὲ καὶ τὰς τῶν οἰκείων προπηλακίσεις τοῦ γήρως ὀδύρονται, καὶ ἐπὶ τούτῳ δὴ τὸ γῆρας ὑμνοῦσιν ὅσων κακῶν σφίσιν αἴτιον. ἐμοὶ δὲ δοκοῦσιν, ὦ Σώκρατες ,…
Plato, Republic
-
…περικαλλέας ἠδὲ λέβητας ἠρίθμει καὶ χρυσὸν ὑφαντά τε εἵματα καλά. τῶν μὲν ἄρʼ οὔ τι πόθει · ὁ δʼ ὀδύρετο πατρίδα γαῖαν ἑρπύζων παρὰ θῖνα πολυφλοίσβοιο θαλάσσης, πόλλʼ ὀλοφυρόμενος. σχεδόθεν δέ οἱ ἦλθεν Ἀθήνη, ἀνδρὶ δέμας εἰκυῖα…
Homer, Odyssey
-
…μὲν κατάλεξαι, ἐγὼ δʼ ὑπολείψομαι αὐτοῦ, ὄφρα κʼ ἔτι δμῳὰς καὶ μητέρα σὴν ἐρεθίζω · ἡ δέ μʼ ὀδυρομένη εἰρήσεται ἀμφὶς ἕκαστα. ὣς φάτο, Τηλέμαχος δὲ διὲκ μεγάροιο βεβήκει κείων ἐς θάλαμον, δαΐδων ὕπο λαμπομενάων ,…
Homer, Odyssey
-
…ἀνδρὸς ἑῆος. ἦ νύ τοι οὐκέτι πάγχυ μετὰ φρεσὶ μέμβλετʼ Ἀχιλλεύς ; κεῖνος ὅ γε προπάροιθε νεῶν ὀρθοκραιράων ἧσται ὀδυρόμενος ἕταρον φίλον · οἳ δὲ δὴ ἄλλοι οἴχονται μετὰ δεῖπνον, ὃ δʼ ἄκμηνος καὶ ἄπαστος. ἀλλʼ ἴθι οἱ…
Homer, Iliad
-
…ὕπνος ἕλοι γλυκερός, καὶ κηδόμενόν περ. αὐτὰρ ἐμοὶ καὶ πένθος ἀμέτρητον πόρε δαίμων · ἤματα μὲν γὰρ τέρπομʼ ὀδυρομένη, γοόωσα, ἔς τʼ ἐμὰ ἔργʼ ὁρόωσα καὶ ἀμφιπόλων ἐνὶ οἴκῳ · αὐτὰρ ἐπὴν νὺξ ἔλθῃ, ἕλῃσί τε…
Homer, Odyssey
-
…μάλʼ αἰνοπαθῆ μαλακὸν περὶ κῶμʼ ἐκάλυψεν. αἴθε μοι ὣς μαλακὸν θάνατον πόροι Ἄρτεμις ἁγνὴ αὐτίκα νῦν, ἵνα μηκέτʼ ὀδυρομένη κατὰ θυμὸν αἰῶνα φθινύθω, πόσιος ποθέουσα φίλοιο παντοίην ἀρετήν, ἐπεὶ ἔξοχος ἦεν Ἀχαιῶν. ὣς φαμένη κατέβαινʼ ὑπερώϊα…
Homer, Odyssey
-
…οἴκαδε πεμψέμεναι · θυμὸς δέ μοι ἔσσυται ἤδη, ἠδʼ ἄλλων ἑτάρων, οἵ μευ φθινύθουσι φίλον κῆρ ἀμφʼ ἔμʼ ὀδυρόμενοι, ὅτε που σύ γε νόσφι γένηαι. ὣς ἐφάμην, ἡ δʼ αὐτίκʼ ἀμείβετο δῖα θεάων · διογενὲς Λαερτιάδη…
Homer, Odyssey
-
…δέπας ἀμφικύπελλον οἶνον ἀφυσσόμενος χαμάδις χέε, δεῦε δὲ γαῖαν ψυχὴν κικλήσκων Πατροκλῆος δειλοῖο. ὡς δὲ πατὴρ οὗ παιδὸς ὀδύρεται ὀστέα καίων νυμφίου, ὅς τε θανὼν δειλοὺς ἀκάχησε τοκῆας, ὣς Ἀχιλεὺς ἑτάροιο ὀδύρετο ὀστέα καίων, ἑρπύζων παρὰ…
Homer, Iliad
-
…ᾠόμην τοίαισί με κατισχνανεῖσθαι πρὸς πέτραις πεδαρσίοις, τυχόντʼ ἐρήμου τοῦδʼ ἀγείτονος πάγου. καί μοι τὰ μὲν παρόντα μὴ δύρεσθʼ ἄχη, πέδοι δὲ βᾶσαι τὰς προσερπούσας τύχας ἀκούσαθʼ, ὡς μάθητε διὰ τέλους τὸ πᾶν. πίθεσθέ μοι πίθεσθε…
Aeschylus, Prometheus Bound