ὑγίασις Save Bailly 2024 Pape ὑγίασις, εως (ἡ) c. ὑγίανσις, Arstt. Eud. 2, 1, 5. ὑγίασις, ἡ, = ὑγίανσις, Arist. eth. Eud. 2.1.