ὑπερθυμόομαι
ὑπερθυμόομαι, to be high-spirited
ὑπερθῡμόομαι, Med.,
- to be ὑπέρθυμος, inf.ὑπερθυμοῦσθαι Poll. 5.125; impf. ὑπερεθυμοῦντο D.C. 43.37 (s. v. l.).