ὑπερθυρόω
ὑπερθυρόω, provide with a ὑπέρθυρον
ὑπερθῠρόω,
- provide with a ὑπέρθυρον, Pass., -ωθῆναι τὴν εἴσοδον IG 4.558.26 (Argos).
ὑπερθυρόω, provide with a ὑπέρθυρον