ὑπομήκης
ὑπομήκης, longish
ὑπομήκης, ες, gen. εος,
- = ὑπόμακρος, Hero Aut. 30.3, Sor. 1.12, D.L. 7.1; φύλλα Dsc. 4.119: Comp., Arist. Fr. 339, Dsc. 3.106.
ὑπομήκης, ης, ες, gén. εος, un peu long, Arstt. fr. 318 ; DL. 1, 7 ; Diosc. 4, 118.
Étym. ὑ. μῆκος.
ὑπομήκης, ες, = ὑπόμακρος, DL. 1.7.