ὑπομεταφέρομαι
ὑπομεταφέρομαι, slip gradually into
ὑπομεταφέρομαι, Pass.,
- slip gradually into, ὑπὲρ τοῦ μὴ ῥᾳδίως εἰς νόσους -εσθαι τὸ σῶμα Gal. 6.40 (v.l. ὑποφέρεσθαι).