ὑπομενητέος Save Bailly 2024 Pape ὑπομενητέος, α, ον, forme postér. c. ὑπομενετέος, Sext. p. 335 ; cf. ὑπομονητέος, DL. 7, 126. ὑπομενητέος, = ὑπομενετέος, v.l. bei Isocr.