ὑψώροφος Save LSJ Bailly 2024 Pape ὑψ-ώροφος, ον, = ὑψόροφος, Rev.Phil. 46.114 (Yazili Kaya). ὑψ·ώροφος, ος, ον, c. ὑψόροφος, Luc. Dom. 9. ὑψώροφος, = ὑψόροφος, Lobeck Phryn. 706.