Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὠμφύνω
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὠμοσιτία
ὠμόσιτος
ὠμοσπάρακτος
ὠμοτάριχον
ὠμοτάριχος
ὠμότης
ὠμοτοκέω
ὠμοτοκία
ὠμοτόκος
ὠμοτομέω
ὠμοτομητέον
ὠμοτόμος
ὠμότομος
ὠμοτριβής
ὠμοτύραννος
ὠμόϋπνος
ὠμοφαγέω
ὠμοφαγία
ὠμοφάγιον
ὠμοφάγος
ὠμόφαγος
ὠμοφορέω
ὠμοφόριον
ὠμοφόρος
ὠμοφρόνως
ὠμόφρων
ὠμοχάραξ
ὠμόχαραξ
ὠμοχάρων
ὠμοχειρούργητος
ὠμφύνω
ὠμωμόκειν
ᾤμωξα
ὤμωξε
ὠμῶς
ὦν
ὤν
ὧν
ὦνα
ὠνάθην
ὠνάμην
ὦναξ
ὠνατάς
ὤνατο
ὦνδρες
ὥνεκα
ὥνεμος
ὠνέομαι
ὠνέω
ὠνή
ὤνημα
ὠνήμην
ὡνήρ
ὤνησα
ὠνησάμην
ὤνησε
ὠνησείω
ὤνησις
ὠνητέος
ὠνητής
ὠνητιάω
…
ὠμφύνω
Save
LSJ
ὠμφύνω, f.l. for ὀμφύνω in
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}