Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὠμωμόκειν
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὠμόσιτος
ὠμοσπάρακτος
ὠμοτάριχον
ὠμοτάριχος
ὠμότης
ὠμοτοκέω
ὠμοτοκία
ὠμοτόκος
ὠμοτομέω
ὠμοτομητέον
ὠμοτόμος
ὠμότομος
ὠμοτριβής
ὠμοτύραννος
ὠμόϋπνος
ὠμοφαγέω
ὠμοφαγία
ὠμοφάγιον
ὠμοφάγος
ὠμόφαγος
ὠμοφορέω
ὠμοφόριον
ὠμοφόρος
ὠμοφρόνως
ὠμόφρων
ὠμοχάραξ
ὠμόχαραξ
ὠμοχάρων
ὠμοχειρούργητος
ὠμφύνω
ὠμωμόκειν
ᾤμωξα
ὤμωξε
ὠμῶς
ὦν
ὤν
ὧν
ὦνα
ὠνάθην
ὠνάμην
ὦναξ
ὠνατάς
ὤνατο
ὦνδρες
ὥνεκα
ὥνεμος
ὠνέομαι
ὠνέω
ὠνή
ὤνημα
ὠνήμην
ὡνήρ
ὤνησα
ὠνησάμην
ὤνησε
ὠνησείω
ὤνησις
ὠνητέος
ὠνητής
ὠνητιάω
ὠνητικός
…
ὠμωμόκειν
Save
Bailly 2024
ὠμωμόκειν,
pl. q. pf. d’
ὄμνυμι
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}