διαχρέομαι Save LSJ DGE Bailly 2024 Pape διαχρέομαι, subj. διαχρέωμαι, Ion. for διαχράομαι (q. v.). διαχρέομαι v. διαχράομαι. δια·χρέομαι, v. le préc. διαχρέομαι, ion. = διαχράομαι.