διαχλίδω
διαχλίδω, enfeeble, pf. pple. ‘wanton’
*διαχλίδω,
- = θρύπτομαι, only pf. part. διακεχλῐδώς Archipp. 45 (-οιδώς Hsch.).
διαχλίδω, enfeeble, pf. pple. ‘wanton’