διαχαυνόω
1 abrir un hueco en, fig. ablandar, relajar
ἐπειδὰν (ὁ διάβολος) μικρὸν ἡμᾶς διαχαυνώσῃ
ὁ ἔπαινος ... διαχαυνοῖ τὸν φιλέπαινον
2 intr., en v. med. ablandarse
εἰώθασιν ... πάντες ἄνθρωποι διαχαυνοῦσθαι τὴν διάνοιαν
δια·χαυνόω-ῶ (ao. sbj. 3 sg. -ώσῃ) relâcher, amollir, Chrys. 3, 835.