διαχριστέον
διαχριστέον, one must anoint
δια-χριστέον,
- one must anoint, Sor. 2.16.
medic. hay que untar
δ. αὐτοὺς ... χολῇ ταυρείᾳ
διαχριστέον, one must anoint
medic. hay que untar
δ. αὐτοὺς ... χολῇ ταυρείᾳ