About Report a problem

Menu

διαχύτλαζε

διαχύτλαζε·

διακίνει. πλάτυνε. ἢ διάχει. ἢ διακάθαιρε. ἢ διάκρινε. οἱ δὲ πολλοὶ διύγραινε Hsch.

Saved

Recent