διαχείρισις
διαχείρισις, management, administration
διαχείρ-ισις, εως, ἡ,
- management, administration, πραγμάτων Th. 1.97, cf. Lib. Ep. 245.
- 2 in Rhet., treatment, prob. for διαχείρησις, Aristid. Rh. 1 p.501 S.
1 manejo, gestión
πραγμάτων
τῆς πόλεως
ἐν διαχειρίσει τῇ ἀπὸ σιδήρου γινομένῃ
2 ret. tratamiento
διαχείρισις, εως (ἡ) maniement, gestion, Thc. 1, 97.
Étym. διαχειρίζω.
διαχείρισις, ἡ, Handhabung, Verwaltung ; πραγμάτων, Thuc. 1.97 ; Sp.
διαχείρισις, εως
from διαχειρίζω
- management, administration, Thuc.