διαχρίω
διαχρίω, smear all over
- smear all over, Hp. Fist. 3, 9, Gp. 6.9.1; τινί with a thing, Arist. HA 623b30.
untar, embadurnar, ungir
τούτῳ ... τὸ ἔδαφος διαχρίουσι (αἱ μέλιτται)
οἱ (θαυματοποιοί) ... πληγαῖς ἀστίκτοις τὰ σώματα διαχρίουσι
los ilusionistas manchan los cuerpos con heridas que no dejan marcaἀσφάλτῳ διακεχρισμένη ὕλη
ἡ ... κόπρος αὐτοῦ διαχριομένη ἀλφοὺς ἰᾶται
• frec. medic.
(βάλανον) ... γῇ διαχρίσας σμηκτρίδι
συναγχικούς
τὸ στόμα
• tb. frec. c. ac. de la materia empleada
μίλτον μίξας ὁμοῦ μέλιτι διαχριέτω
χαλκάνθην
χηνὸς στέαρ ... διαχρίεσθαι
• empegar, embadurnar con pez
τοὺς πίθους