διχθάδιος
διχθάδιος, twofold, double, divided
διχθάδιος [ᾰ], α, ον,
- twofold, double, κῆρες Il. 9.411, 14.21; δ. κατὰ κῶλον in either leg, APl. 16.15; simply, two, AP 6.4 (Leon.), al.
doble
διχθάδιαι κῆρες
doble destinoθυμὸς διχθαδίην πόρφυρεν ... μενοινήν
κίων
βουλή
νηδύς
Ἁμάξη
• neutr. plu. adv.
ὁ γέρων ὥρμαινε δαϊζόμενος ... διχθάδι'
• en plu. dos, un par
διχθαδίους εὐτύκασεν φονέας
dispuso dos asesinosοἱ ... διχθάδιοι ἐρέται
el par de remosὦμοι διχθάδιοι
ambos hombros
• en sg. c. sent. distrib.
διχθάδιον κατὰ κῶλον
en cada pierna
διχθάδιος, ος, ον [ᾰ]
1 partagé en deux, A. Rh. 3, 397 ; adv. διχθάδια, Il. 14, 21, en deux ||
2 double, Il. 9, 411 ; A. Pl. 1, 15.
Étym. διχθάς.
διχθάδιος, zwiefach, doppelt ; Hom. Il. 9.411 μήτηρ γάρ τέ μέ φησι θεά, διχθαδίας κῆρας φερέμεν θανάτοιο τέλοσδε. εἰ μέν κʼ αὖθι μένων Τρώων πόλιν ἀμφιμάχωμαι, ὤλετο μέν μοι νόστος, ἀτὰρ κλέος ἄφθιτον ἔσται· εἰ δέ κεν οἴκαδʼ ἵκωμι, ὤλετό μοι κλέος, ἐπὶ δηρὸν δέ μοι αἰών ; adverbial Il. 14.21 ἃς ὁ γέρων ὥρμαινε δαϊζόμενος κατὰ θυμὸν διχθάδιʼ, ἢ μεθʼ ὅμιλον ἴοι Δαναῶν ἦε μετʼ Ἀτρείδην, var. lect. διχθαδί, ἢ, d.h. διχθαδίῃ, ἢ, Aristarch διχθάδιʼ, ἤ, Scholl. Herodian. διχθάδιʼ : τὸ πλῆρές ἐστι διχθάδια, ἃσπερ καὶ Ἀρίσταρχος βούλεται. διὸ τὴν χθα συλλαβὴν ὀξυτονητέον. παραιτητέον δὲ τοὺς βουλομένους εἶναι »διχθαδίῃ ἢ μεθʼ ὅμιλον« καὶ τὴν δι συλλαβὴν ὀξύνοντας ; vgl. Lehrs Aristarch. p. 308 sq. – sp.D.; κῶλον, beide Füße, Ep.adesp. 412 (Plan. 15).
διχθάδιος
-η, -ον
[διχθά.]
- 1
Two (and different): κῆρας Il. 9.411.
- 2
In neut. pl. διχθάδια
as adv. = δίχα 2. Of doubt, etc. Il. 14.21.
- 1
διχθάδιος : twofold, double.
διχθάδιος, α, ον
- twofold, double, divided, Il.