δουνακοδίφης Save DGE Bailly 2024 Pape δουνᾰκοδίφης -ου • Prosodia: [-ῑ-] que acecha entre los carrizos ἀγρεῦ δουνακόδιφα AP 10.22 (Bianor). δουνακοδίφης, v. *δονακοδίφης. δουνακοδίφης, s. s.v. δονακοφοίτης.