Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δουλόφρων
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δουλοδιδάσκαλος
δουλοκοίτης
δουλοκρατέομαι
δουλοκρατία
δουλομαχία
Δουλομελέαγρος
δουλομίκτης
δουλομιξία
δουλόμορφος
δουλοπάθεια
δουλοπαθής
δουλοπαράσιτος
δουλοποιέω
δουλοποιητέον
δουλοποιΐα
δουλοποιός
Δουλόπολις
Δουλοπολίτης
δουλοπόνηρος
δουλοπρέπεια
δουλοπρεπής
δουλοπρεπῶς
δοῦλος
δουλόσπορος
δουλοσύνα
δουλοσύνη
δουλόσυνος
δουλοτόκος
δουλότροπος
δουλοφανής
δουλόφρων
δουλοχείρων
δουλόψυχος
δουλόω
Δούλων
Δούλων πολις
δούλωσις
δουλωτικός
δούλωτος
Δουμαθηνός
Δουμαίθα
Δοῦμνα
Δουμνόνιοι
δουμοπυρέτες
δοῦμος
δοῦν
δοῦναι
δουνακ
δουνακεύομαι
δουνακίη
δουνακοδίφης
δουνακόεις
δουνακοφοίτης
δοῦναξ
Δοῦναξ
Δούνιον
δοῦνον
Δοῦνον
δούξ
δούο
δουπέω
…
δουλόφρων
Save
Pape
δουλόφρων
, ονος, = δουλογνώμων, Eust.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}