δουλότροπος Save DGE Bailly 2024 Pape δουλότροπος -ον servil σκευωρία Ast.Am.Hom.14.10.6. δουλό·τροπος, ος, ον, de mœurs serviles, Nyss. 3, 254a. Étym. δοῦλος, τρόπος. δουλότροπος, = δουλογνώμων, Sp.