τρέφω
τρέφω, τρέφω, bring up, rear (children); nourish, maintain; cherish
Could not find θρέψε in Logeion dictionaries.
θρέψε Verb: aorist active indicative 3rd singular of τρέφω
- I thicken or congeal a liquid, γάλα θρέψαι curdle it, Od. 9.246; τρέφε (impf.) πίονα τυρόν Theoc. 25.106:—Pass., with pf. Act. τέτροφα, curdle, congeal, γάλα τρεφόμενον τυρὸν ἐργάζεσθαι Ael. NA 16.32; περὶ χροῒ τέτροφεν ἅλμη Od. 23.237.
- II usu., cause to grow or increase, bring up, rear, esp. of children bred and brought up in a house, ὅ σʼ ἔτρεφε τυτθὸν ἐόντα Il. 8.283; ἥ μʼ ἔτεχʼ, ἥ μʼ ἔθρεψε Od. 2.131, cf. 12.134; εὖ ἔτρεφεν ἠδʼ ἀτίταλλεν Il. 16.191, cf. Od. 19.354; ἐγώ σʼ ἔθρεψα, σὺν δὲ γηράναι θέλω A. Ch. 908, cf. Supp. 894; μέχρι ἥβης τ. Th. 2.46; γεννᾶν καὶ τ. Pl. Plt. 274a; τ. τε καὶ αὔξειν μέγαν Id. R. 565c: c. acc. cogn., τ. τινὰ τροφήν τινα bring up in a certain way, Hdt. 2.2; also τῶν πρώτων μαθημάτων, ἐν οἷς οἱ παλαιοὶ τοὺς παῖδας ἔτρεφον Gal. 16.691:—Med., rear for oneself, θρέψαιό τε φαίδιμον υἱόν Od. 19.368; αὐτὸν ἐθρέψαντο δράκοντες Pi. O. 6.46; τεκοῦσα τόνδʼ ὄφιν ἐθρεψάμην A. Ch. 928; οἱ γεννήσαντες καὶ θρεψάμενοι Pl. Lg. 717c; τεκὼν ἀρετὴν καὶ θ. Id. Smp. 212a; ἔτεκον μὲν ὑμᾶς πολεμίοις δʼ ἐθρεψάμην ὕβρισμα E. HF 458:—Pass., to be reared, grow up, ὅς μοι τηλύγετος τρέφεται θαλίῃ ἔνι πολλῇ Il. 9.143; τῇ ὁμοῦ ἐτρεφόμην Od. 15.365; ἅμα τράφεν ἠδʼ ἐγένοντο Il. 1.251, etc.; κάρτιστοι τράφεν ἀνδρῶν grew up the strongest men, ib. 266:—prop. a boy was called τρεφόμενος only so long as he remained in the charge of the women, i. e. till his fifth year, Hdt. 1.136; ἐξ ὅτου ʼτράφην ἐγώ from the time when I left the nursery, Ar. Av. 322; but even of pre-natal growth, ἐν σκότοισι νηδύος τεθραμμένη A. Eu. 665, cf. Th. 754 (lyr.):—generally, in Trag., τραφεὶς μητρὸς εὐγενοῦς ἄπο S. Aj. 1229; ὅπως πατρὸς δείξεις οἷος ἐξ οἵου τράφης ib. 557; κρατίστου πατρὸς . . τραφείς Id. Ph. 3: παῖδες μητέρων τεθραμμέναι true nurslings of your mothers, implying a reproach for unmanliness (s. v.l.), A. Th. 792; μιᾶς τρέφει πρὸς νυκτός art nursed by night alone, i. e. art blind, S. OT 374.
- 2 of slaves, cattle, dogs and the like, rear and keep them, κύνας Il. 22.69, Od. 14.22, etc.; ἵππους Il. 2.766; λέοντος ἶνιν (v. σίνις) A. Ag. 717 (lyr.); μῆλα Id. Eu. 946 (lyr.); ὄφιν S. Fr. 226 (cj. for στρέφουσι) ; ἰκτῖνα Ar. Fr. 628; ὄρτυγας Eup. 214; ὄρνιθας Pl. Tht. 197c; οἱ τρέφοντες (sc. τοὺς ἐλέφαντας) the keepers, Arist. HA 571b33; τ. παιδαγωγούς Aeschin. 1.187; also τ. γυναῖκα E. IA 749; τ. [ἑταίραν], [πόρνας], keep . ., Antiph. 2, Diph. 87; ὁ τρέφων oneʼs master, Nicol.Com. 1.11, 36: metaph., αἰγιαλὸν ἔνδον τρέφει he keeps a sea-beach in the house, Ar. V. 110:—Pass., to be bred, reared, δοῦλος οὐκ ὠνητός, ἀλλʼ οἴκοι τραφείς S. OT 1123; ἐν τῇ σῇ οἰκίᾳ γέγονεν καὶ τέθραπται was born and bred, Pl. Men. 85e; Ἀγαθῖνον θρεμένον (i. e. τεθρεμμένον, = θρεπτόν, v. θρεπτός I) ἑαυτῶν MAMA 4.275 B (Dionysopolis, ii A. D.); Νείκην τὴν θρεμένην μου ib. 276 A (Dionysopolis, ii A. D.).
- 3 tend, cherish, τὸν μὲν ἐγὼ φίλεόν τε καὶ ἔτρεφον, of Calypso, Od. 5.135, cf. 7.256; of plants, Il. 17.53; θρέψασα φυτὸν ὥς 18.57, cf. Od. 14.175.
- 4 of parts of the body, let grow, cherish, foster, χαίτην . . Σπερχειῷ τρέφε Il. 23.142; τῷ θεῷ [πλόκαμον] τ. E. Ba. 494; ὑπήνην ἄκουρον τ. Ar. V. 476 (lyr.); τ. κόμην, = κομᾶν, Hdt. 1.82; [τρίχες] πολλῷ ἐλαίῳ τραφεῖσαι Hero Bel. 112: also τά θʼ ὕεσσι τρέφει ἀλοιφήν things which put fat on swine, Od. 13.410; τεθραμμένη εἰς πολυσαρκίαν X. Mem. 2.1.22.
- 5 in Poets, of earth and sea, breed, produce, teem with, οὐδὲν ἀκιδνότερον γαῖα τ. ἀνθρώποιο Od. 18.130; ἄγρια, τά τε τρέφει οὔρεσιν ὕλη Il. 5.52; φάρμακα, ὅσα τρέφει εὐρεῖα χθών 11.741; ὅσʼ ἤπειρος . . τρέφει ἠδὲ θάλασσα Hes. Th. 582; πολλὰ γᾶ τρέφει δεινά A. Ch. 585 (lyr.), cf. 128, E. Hec. 1181; θάλασσα . . τρέφουσα πορφύρας ἰσάργυρον κηκῖδα A. Ag. 959; ὃν πόντος τ., i. e. the sailors, Pi. I. 1.48: rare in Prose, ἀεί τι ἡ Λιβύη τρέφει καινόν Arist. GA 746b8.
- 6 in Poets also, simply, have within oneself, contain, ὅ τι καὶ πόλις τέτροφεν ἄφιλον S. OC 186 (lyr.), cf. Tr. 817; τρέφειν τὴν γλῶσσαν ἡσυχαιτέραν to keep his tongue more quiet, Id. Ant. 1089; ἡ γλῶσσα τὸν θυμὸν δεινὸν τ. Id. Aj. 1124; τἀληθὲς γὰρ ἰσχῦον τρέφω Id. OT 356 (so in Pl., τ. ἰσχυρὸν τὸ ἐλεινόν R. 606b); τ. νόσον S. Ph. 795; ἐκ φόβου φόβον τ. Id. Tr. 28; ἄταν Id. Aj. 644 (lyr.); οἵας λατρείας . . τρέφει what services . . she has as her lot, ib. 503; ἐν ἐλπίσιν τρέφω . . ἥξειν I cherish hopes that . ., Id. Ant. 897; τὸν Καδμογενῆ τρέφει . . βιότου πολύπονον [πέλαγος] is his daily lot, Id. Tr. 117 (lyr., but Reiskeʼs cj. στρέφει is prob.); πόνοι τρέφοντες βροτούς E. Hipp. 367 (lyr.).
- III maintain, support, τ. ἀνδρὸς μόχθος ἡμένας ἔσω A. Ch. 921, cf. Pi. O. 9.106; τοῦ τρέφοντος Ἡλίου χθονὸς φύσιν A. Ag. 633; τ. τὸν πατέρα Aeschin. 1.13; τὴν οἰκίαν ὅλην D. 59.67; οὐ δίκαιον τρέφεσθαι ὑπὸ πατρὸς ὑὸν ἡβῶντα Pl. R. 568e; τὰ κτήνη χιλῷ ἐτρέφοντο X. An. 4.5.25; γάλακτι, τυρῷ, κρέασι τ., Id. Mem. 4.3.10; σίτῳ, ὄψῳ, Id. Lac. 1.3; feed a patient, Gal. 15.503, 19.185; provide the food for an employee, σοῦ τρέφοντος αὐτόν, ἐμοῦ δὲ ἱματίζοντος αὐτόν BGU 1647.14 (ii A. D.); also τ. ἀπό τινος Pl. Prt. 313c, X. HG 2.1.1; ἔκ τινος A. Ag. 1479 (lyr.), cf. Pl. R. 372b.
- 2 maintain an army or fleet, Th. 4.83, X. An. 1.1.9 (Pass.); τ. τὰς ναῦς Th. 8.44, X. HG 1.5.5, 5.1.24; τ. τὸ ναυτικὸν ἀπὸ τῶν νήσων ib. 4.8.9; ἐκ τῶν κωμῶν τρέφεσθαι Id. An. 7.4.11, etc.
- 3 of land, feed, maintain one, τρέφει γὰρ οὗτος [ὁ ἀγρὸς] . . με Philem. 98.2, cf. Men. 63, 466, al.
- 4 of women, feed or suckle an infant, συνεξομοιοῦται τὰ τρεφόμενα ταῖς τρεφούσαις Sor. 1.88; γυνὴ τρέφουσα ib. 87; ἡ τρέφουσα, = ἡ τροφός, Gal. 6.44.
- 5 of food, nourish, τὰ Ἡρακλεωτικὰ τρέφει οὐχ ὁμοίως τοῖς ἀμυγδάλοις Diocl. Fr. 126, cf. 117; ἡ οὐκ ἐπιτηδείως τῷ σώματι διδομένη τροφὴ οὐ τρέφει Sor. 1.49; πυρῶν . . ὅσοι κοῦφοι . . ἧττον τρέφουσι Gal. Vict.Att 6; τὸ δέρμα πᾶν αὐτοῖς ὡς ἂν ὑπὸ φλεγματώδους αἵματος τρεφόμενον οἰδαλέον γίνεται Id. 18(2).118, cf. 106.
- IV bring up, rear, educate, Hes. Fr. 19, Pi. N. 3.53, etc.; τῷ λόγῳ τ. καὶ παιδεύεις Pl. R. 534d; θρέψαι καὶ παιδεῦσαι D. 59.18; Δήμητερ ἡ θρέψασα τὴν ἐμὴν φρένα A. Fr. 479; ἡ θρέψασα (sc. γῆ) the motherland, Lycurg. 47:—Med., ἐθρέψω Ξέρξην ἐν τοῖς αὐτοῖς ἤθεσιν Pl. Lg. 695e; ἡ θρεψαμένη oneʼs motherland, Lycurg. 85:—Pass., ὀρθῶς, εὖ τραφῆναι, Pl. R. 401e, Alc. 1.120e; παιδείᾳ, ἐν ταύτῃ τῇ παιδείᾳ τ., Id. Lg. 695c, X. Cyn. 1.16; ἐν πολυτρόποις ξυμφοραῖς Th. 2.44; ἐν φιλοσοφίᾳ Pl. Tht. 172c; ἐν χλιδῇ X. Cyr. 4.5.54; ἐν ἐλευθερίᾳ Pl. Tht. 175d, Mx. 239a; ἐν ἄλλοις νόμοις Arist. Pol. 1327a14; ἐν φωνῇ βαρβάρῳ Pl. Prt. 341c; πάσαις Μούσαισι BCH 50.444 (Thespiae, iv A. D.).
- V the Pass. sts. came to mean little more than to be, ἐπʼ ἐμοὶ πολέμιον ἐτράφη (sc. τὸ γένος) Ar. Av. 335 (lyr.), cf. Th. 141, S. OC 805.
- B Hom. uses an intr. aor. 2 Act. ἔτραφον in pass. sense (which is to τρέφομαι, τέτροφα (intr.) as ἔδρακον to δέρκομαι, δέδορκα, etc.), ὃς . . ἔτραφʼ ἄριστος Il. 21.279; λέοντε ἐτραφέτην ὑπὸ μητρί 5.555; τραφέμεν (Ep. for τραφεῖν) 7.199, Od. 3.28, al.; ἐπεὶ τράφʼ ἐνὶ μεγάρῳ, i. e. when he was well-grown, Il. 2.661:—as trans. the aor. 2 is used by Hom. only in Il. 23.90, and τράφε in Pi. N. 3.53 is Dor. impf.:—ἐτράφην is perh. post-Homeric; 3 sg. τράφη is v.l. in Il. 2.661, 1 pl. ἐτράφημεν and 1 sg. ἐτράφην (περ) vv. ll. in 23.84; τράφη is in all codd. of 3.201, 11.222, which should prob. be emended from 2.661; 3 pl. ἔτραφεν 23.348 (v.l. ἔτραφον), Od. 10.417 (v.l. ἔτραφον) ; τράφεν in all codd. of Il. 1.251, 266, Od. 14.201, also (with v.l. τράφον) in 4.723: the vox nihili ἐτράφεμεν, found in Il. 23.84 as cited by Aeschin. 1.149, was emended by Scaliger to ἐτράφομεν:—the redupl. 3 sg. τέτραφʼ Il. 21.279, 3 pl. τέτραφεν 23.348, are ff. ll., though found in many codd. Later this aor. became obsolete, except in Ep. imitators, as in Call. Jov. 55, Opp. H. 1.774.
1. met acc., causat.
a. doen stollen, stremmen:
b. voeden, doen groeien:
c. grootbrengen (van kinderen):
d. voortbrengen:
e. fokken, verzorgen, onderhouden:
2. med.-pass., intrans., ep. ook them. aor.
a. ontstaan, groeien:
b. stollen, een laagje vormen, perf.:
festmachen, eine Flüssigkeit dicht werden lassen, z.B. γάλα θρέψαι, die Milch gerinnen lassen, Od. 9.246 ; τυρὸν τρέφειν, Theocr. 25.106 ; auch von der Kälte, gefrieren lassen ; pass. dicht, fest werden, gerinnen, gefrieren. – Gew. fett od. dick machen, füttern, ernähren, großziehen u. pflegen ; bes. Kinder im Hause aufziehen u. erziehen, οἰκωφελίη τρέφει ἀγλαὰ τέκνα, Od. 14.233 ; πύκα δʼ ἔτρεφε δῖα Θεανώ, ἶσα φίλοισι τέκεσσι, Il. 5.70 ; ὅ σʼ ἔτρεφε τυτθὸν ἐόντα, 8.283 ; neben ἀτιτάλλω, 16.191 ; ἥ μʼ ἔτεχʼ, ἥ μʼ ἔθρεψε, Od. 2.131 ; u. im med., für sich aufziehen, ἕως θρέψαιο φαίδιμον οἷον, 19.368 ; Kalypso sagt vom Odysseus τὸν μὲν ἐγὼ φίλεόν τε καὶ ἔτρεφον, Od. 5.135, u. sonst ; ὁ τρεφόμενος heißt der Knabe, so lange er noch von den Frauen aufgezogen wird, bis zu seinem fünften Jahre, Her. 1.136 ; Tragg., wie in Prosa, θαρσεῖτε παῖδες μητέρων τεθραμμένοι, Aesch. Spt. 774. – Sklaven u. Vieh halten, οὓς (κύνας) τρέφον ἐν μεγάροισιν, Il. 22.69 ; Od. 21.364 ; ἔθρεψεν δὲ λέοντα, Aesch. Ag. 854 ; τρέφοοσι κρήνης φύλακα χωρίτην ὄφιν, Soph. frg. 219 ; δοῦλος οὐκ ὠνητός, ἀλλʼ οἴκοι τραφείς, O.R. 1123. – Von Pflanzen, ziehen, τὸν μὲν ἐγὼ θρέψασα φυτὸν ἃς γουνῷ ἀλωῆς, Il. 18.57 ; ἀνὴρ τρέφει ἔρνος ἐλαίης, 17.53 ; Od. 14.175 ; u. in mannichfachen Uebertragungen, ὕλη τρέφει ἄγρια, Il. 5.52 ; φάρμακα τρέφει χθών, die Erde bringt Gifte hervor, 11.741 ; vgl. οὐδὲν ἀκιδνότερον γαῖα τρέφει ἀνθρώποιο, Od. 18.130 ; ὕεσσι τρέφει ἀλοιφήν, es macht den Schweinen Fett wachsen, setzt ihnen Fett an, 23.410 ; χαίτην τρέφειν, das Haar wachsen lassen, Il. 23.142 ; ὃν πόντος τρέφει, Pind. I. 1.48 ; ἄμμε θρέψει μελέτα, Ol. 9.106 ; auch αἰχμὰν θρέψε, N. 10.13 ; Ἰασονα τρέφε, 3.51 ; P. 4.115 ; u. med., ἐθρέψαντο δράκοντες, O. 6.46 ; τά νιν θρέψαντο, P. 9.88, wie Aesch. Spt. 19 ; τεκοῦσα τόνδʼ ὄφιν ἐθρεψάμην, Ch. 915 ; vgl. Soph. O.R. 1143 ; Eur. Herc.F. 458 ; u. in Prosa, Plat. Symp. 212a u. sonst. – Uebertr. νόσον τρέφειν, Soph. Phil. 784 ; οἵας λατρείας ἀνθʼ ὅσου ζήλου τρέφει, Aj. 498 ; ἀεί τινʼ ἐκ φόβου φόβον τρέφω, Tr. 28, und in ähnlichen Uebertragungen öfter ; vgl. noch ἵνα γνῷ τρέφειν τὴν γλῶσσαν ἡσυχωτέραν, Ant. 1076 ; das perf. in akt. Bdtg, ὅτι καὶ πόλις τέτροφεν ἄφιλον, = ἔχει, O.C. 186 ; ὑπήνην, wachsen lassen, Ar. Vesp. 477 ; oft in Prosa, unterhalten, τὸ ἥμισυ τοῦ στρατοῦ, Thuc. 4.83 ; τὰς ναῦς, 8.44, und sonst oft von Heeren ; Plat. vrbdt τρέφειν τε καὶ αὔξειν μέγαν, Rep. VIII.565c ; τρ. καὶ παιδεύειν, III.414d, u. oft ; σῖτος, ᾧ θρεψόμεθα, Xen. An. 6.3.20 ; vgl. Cyr. 3.3.16 ; Sp., ἡ θρέψασα, das Vaterland, Pol. 4.17.12, u. öfter. – Der aor.2 ἔτραφον u. das perf. τέτροφα haben bei Hom. intr. Bdtg : πολλὴ περὶ χροῒ τέτροφεν ἅλμη, viel Salzwasser setzte sich ihm um die Haut fest, Od. 23.237 ; ὃς ἐνθάδε γʼ ἔτραφʼ ἄριστος, Il. 21.279, = ἐτράφη ; so λέοντε δύω ἐτραφέτην ὑπὸ μητρί, 5.555, = ἐτραφήτην ; u. so steht oft neben einander γενέσθαι τε τραφέμεν τε, z.B. 18.436, für τραφεῖν, was = τραφῆναι gebraucht ist ; auch Hes. Th. 480 ; aber freilich ist in ἅμα τράφεν ἠδʼ ἐγένοντο, Il. 1.251, Od. 4.723, τράφεν Abkürzung von ἐτράφησαν. Nur Il. 23.90 steht ἔτραφεν in akt. Bdtg, wo aber Spitzner ἔτρεφεν aufgenommen hat, nach 5.70. Der homer. Gebrauch findet sich auch bei sp.D., wie Callim. Iov. 55, Orph. Arg. 378.
Aor. θρέψα Il. 24.60.
3 sing. ἔθρεψε (θρέψε) Il. 2.548, 766, Il. 11.223, Il. 13.466, Il. 16.329 : Od. 2.131, Od. 11.309, Od. 14.22, Od. 15.363, Od. 17.293.
3 pl. θρέψαν Od. 14.175.
Pple. θρέψας Od. 9.246.
Fem. θρέψασα Il. 18.57, 438 : Od. 12.134.
3 sing. aor. ἔτραφε Il. 21.279, Il. 23.90. τράφε Il. 2.661.
3 dual ἐτραφέτην Il. 5.555.
1 pl. τράφομεν Il. 23.84.
Infin. τραφέμεν Il. 7.199, Il. 18.436 : Od. 3.28. (This aor. always intrans. (see 6.b, 7), except in Il. 23.90 (see 2).)
3 sing. pf. τέτροφε Od. 23.237.
Mid. 2 sing. aor. opt. θρέψαιο Od. 19.368.
Pass. 3 sing. aor. τράφη Il. 3.201, Il. 11.222.
3 pl. ἔτραφεν Il. 23.348 : Od. 10.417. τράφεν Il. 1.251, 266 : Od. 4.723, Od. 14.201. (περι-)
- 1
To solidify, curdle, coagulate : ἥμοισυ θρέψας γάλακτος Od. 9.246.
In pf., to become solidified : πολλὴ περὶ χροΐ τέτροφεν ἅλμη (encrusts their flesh) Od. 23.237.
- 2
To bestow a parent’s or a nurse’s care upon, bring up, rear, nurture : τί νύ σʼ ἔτρεφον; Il. 1.414, Πηλεύς μʼ ἔτραφεν ἐνδυκέως Il. 23.90. Cf. Il. 2.548, Il. 5.70, Il. 8.283, Il. 11.223, Il. 13.466, Il. 14.202 = 303, Il. 16.191, 203, Il. 18.57 = 438, Il. 22.421, 480, Il. 24.60 : σύ μʼ ἔτρεφες αὐτὴ τῷ ἐπὶ μαζῷ Od. 19.482. Cf. Od. 1.435, Od. 2.131, Od. 7.12, Od. 11.67, Od. 12.134, Od. 14.141, Od. 15.363, Od. 19.354, Od. 23.325, etc.
In mid. Od. 19.368.
Not implying actual care or nurture : μέγα μιν Ὀλύμπιος ἔτρεφε πῆμα Τρωσίν Il. 6.282. Cf. Od. 14.175.
- 3
To supply with the necessaries of life, look after, tend : τὸν
(i.e. Odysseus) ἐγὼ (i.e. Calypso) φίλεόν τε καὶ ἔτρεφον Od. 5.135. Cf. Od. 7.256, Od. 23.389. - 4
In reference to animals, to rear.
- a
Of horses Il. 2.766.
In pass. : ἵππους λαομέδοντος, οἳ ἐνθάδε γʼ ἔτραφεν ἐσθλοί Il. 23.348.
- b
Of dogs Il. 22.69 : Od. 14.22, Od. 17.293, Od. 21.364.
- c
Of the fat of swine : τά θʼ ὕεσσι τρέφει ἀλοιφήν Od. 13.410.
- d
Of sea-monsters supposed to be reared by Amphitrite Od. 5.422.
- e
Of the Chimaera Il. 16.329.
- a
- 5
Of growing a lock of hair : χαίτην, τὴν σπερχειῷ τρέφεν Il. 23.142.
In reference to plant life, to bestow care upon, watch, tend : οἶον τρέφει ἔρνος ἀνὴρ ἐλαίης Il. 17.53.
- 6
- a
In pass., to be brought up, grow up : οἵ οἱ ἅμα τράφεν Il. 1.251. Cf. Il. 1.266, Il. 3.201, Il. 9.143, 285, Il. 11.222, Il. 19.326 : Od. 4.723, Od. 10.417, Od. 14.201, Od. 15.365.
- b
In non-sigmatic aor. act. in the same sense : ὅς ἐνθάδε γʼ ἔτραφʼ ἄριστος Il. 21.279. Cf. Il. 2.661, Il. 7.199, Il. 18.436, Il. 23.84 : γενέσθαι τε τραφέμεν τε Od. 3.28.
- a
- 7
Of animals, to rear or nurture their young. In non-sigmatic aor. act. in intrans. sense (cf. 6.b) : οἵω λέοντε δύω ἐτραφέτην ὑπὸ μητρί Il. 5.555.
- 8
Of the earth, to nourish on her breast, produce, bring forth, yield : τόσα φάρμακα ᾔδη ὅσα τρέφει χθών Il. 11.741 : οὓς μηκίστους θρέψεν ἄρουρα Od. 11.309. Cf. Od. 18.130.
Sim. of a forest : ἄγρια, τά τε τρέφει οὔρεσιν ὕλη Il. 5.52.
- 9
Of something immaterial : οἰκωφελίη, ἥ τε τρέφει ἀγλαὰ τέκνα (is the mother of . . .) Od. 14.223.
- 1
- a rear of children ἔνθα τραφεῖσʼ ὑπʼ Ἀπόλλωνι γλυκείας πρῶτον ἔψαυσʼ Ἀφροδίτας O. 6.35 τὸν ὀνύμαζε τράφοισα Κένταυρον P. 2.44 οἷος ἐὼν θρέψεν ποτὲ Ἀσκλαπιόν P. 3.5 “Κενταύρου με κοῦραι θρέψαν ἁγναί” P. 4.103 “Κρονίδᾳ δὲ τράφεν Χίρωνι δῶκαν” (sc. Ἰάσονα: τράφειν Hartung) P. 4.115 βαθυμῆτα Χίρων τράφε λιθίνῳ Ἰάσονʼ ἔνδον τέγει N. 3.53 χρὴ δʼ ἐν ἑπταπύλοισι Θήβαις τραφέντα Αἰγίνᾳ Χαρίτων ἄωτον προνέμειν I. 8.16 [τρέφειν (v. l. τρέχειν) fr. 106. 2.] med., δύο δὲ γλαυκῶπες αὐτὸν δαιμόνων βουλαῖσιν ἐθρέψαντο δράκοντες O. 6.46 ὁ δὲ τὰν εὐώλενον θρέψατο παῖδα Κυράναν P. 9.18
- b met., of places (Τυφώς) · τόν ποτε Κιλίκιον θρέψεν πολυώνυμον ἄντρον P. 1.17 πολλοῖσι μὲν γὰρ ἀείδεται νικαφόροις ἐν ἀέθλοις θρέψαισα (sc. Αἴγινα) καὶ θοαῖς ὑπερτάτους ἥρωας ἐν μάχαις P. 8.26 Διρκαίων ὑδάτων τά νιν θρέψαντο καὶ Ἰφικλέα P. 9.88 καὶ μὰν ἁ Σαλαμίς γε θρέψαι φῶτα μαχατὰν δυνατός N. 2.13 ὀρνιχολόχῳ τε καὶ ὃν πόντος τράφει (v. l. τρέφει: i. e. a fisherman) I. 1.48 (Πηλέι) ὅν τʼ εὐσεβέστατον φάτις Ἰαολκοῦ τράφειν πεδίον” I. 8.40 πρόσθα μὲν ἲς Ἀχελωίου τὸν ἀοιδότατον Εὐρωπία κράνα Μέλ[ανό]ς τε ῥοαὶ τρέφον κάλαμον fr. 70. 3. (Σιληνός) ὃν Μαλέας ὄρος ἔθρεψε fr. 156.
- c met., keep
- α tend, guard ἐμοὶ μὲν ὦν Μοῖσα καρτερώτατον βέλος ἀλκᾷ τρέφει O. 1.112 τρέφοντι δʼ εὐρὺ κλέος κόραι Πιερίδες Διός (sc. τίν) O. 10.95
- β form, develop θρέψε δʼ αἰχμὰν Ἀμφιτρύωνος (sc. Ζεύς) N. 10.13
- γ possess, occupy μία δʼ οὐχ ἅπαντας ἄμμε θρέψει μελέτα O. 9.106
- d frag. ]τρέφεται καὶ ὅσʼ ἐν πόντῳ[ P. Oxy. 2622, fr. 1. 13 ad ?fr. 346.
Strong 5142
1. to make to grow, bring up, rear (cl.; I Mac 3:33 11:39): Lk 4:16 (T, WH, mg., ἀνατ-)
2. to nourish, feed: Mt 6:26 25:37, Lk 12:24, Ac 12:20, Re 12:6, 14; of a mother, to give suck, Lk 23:29; of animals, to fatten (Je 26 (46):21), fig., Ja 5:5 (cf. ἀνα-, ἐκ-, ἐν-τρέφω).†
κέλευε δὲ τῷ [π]αιδὶ <κατὰ> τὰς θύρας τρέχειν
ordena al niño que corra hacia las puertas
aquí a mí, el más grande en el cielo, circular, el que corre hasta el mediodía
- Ito thicken or congeal a liquid, γάλα θρέψαι to curdle it. Od.; τυρὸν τρέφειν Theocr.:—Pass., with intr. perf. act. τέτροφα, to become firm, περὶ χροῒ τέτροφεν ἄλκη Od.
- IIto make to grow or increase, to bring up, breed, rear, Hom., etc.; c. acc. cogn., τρ. τινὰ τροφήν τινα to bring up in a certain way, Hdt.:—Mid. to rear for oneself, Od., etc.:—Pass. to reared, grow up, Hom.; κάρτιστοι τράφεν ἄνδρες grew up the strongest men, Il.; ἐξ ὅτου ʼτράφην ἐγώ from the time when I left the nursery, Ar.; μιᾶς τρέφει πρὸς νυκτός, i. e. art a child of night, Soph.
- 2of slaves, horses, dogs and the like, to rear and keep them, Hom., etc.; τρ. παιδαγωγούς Aeschin.; τρ. γυναῖκα Eur.;—metaph., αἰγιαλὸν ἔνδον τρέφει he keeps quite a sea-beach in the house, Ar.:—Pass. to bred, reared, Soph.
- 3to let grow, cherish, foster, χαίτην τρέφε Il.; τρ. ὑπήνην Ar.; τρ. κόμην κομᾶν, Hdt.;—also, τάδʼ ὕεσσι τρέφει ἀλοιφήν this is what puts fat on swine, Od.
- 4of earth and sea, to produce, teem with, χθὼν τρέφει φάρμακα Od.; θάλασσα τρέφουσα πορφύραν Aesch.
- 5to have within oneself, to contain, keep, have, ὅ τι πόλις τέτροφεν ἄφιλον Soph.; τρέφειν τὴν γλῶσσαν ἡσυχωτέραν to keep his tongue more quiet, Soph.; νόσον τρ. Soph.; οἵας λατρείας τρέφει what services she constantly performs, Soph.
- IIImaintain, support, τρ. Ἥλιος χθονὸς φύσιν Aesch.; τρ. τὸν πατέρα Aeschin.: esp. to maintain an army or navy, Thuc., Xen.
- IVaor2 act. in intr. sense, ἔτραφον pass. ἐτράφην, ὃς ἔτραφʼ ἄριστος Il.; τραφέμεν (Ionic for τραφεῖν) Hom.
- 2so perf. τέτροφα, v. supr. I.
-
…ἆρʼ οὖν, ὦ Ἱππόκρατες, ὁ σοφιστὴς τυγχάνει ὢν ἔμπορός τις ἢ κάπηλος τῶν ἀγωγίμων, ἀφʼ ὧν ψυχὴ τρέφεται ; φαίνεται γὰρ ἔμοιγε τοιοῦτός τις. τρέφεται δέ, ὦ Σώκρατες, ψυχὴ τίνι ; μαθήμασιν δήπου, ἦν…
Plato, Protagoras
-
…πρεσβύτεροι ἢ ὥστε ἐπιλαθέσθαι τῆς δυστυχίας τῆς ἑαυτῶν. τί γὰρ ἂν τούτων ἀνιαρότερον γένοιτο, ἢ τεκεῖν μὲν καὶ θρέψαι καὶ θάψαι τοὺς αὑτῶν, ἐν δὲ τῷ γήρᾳ ἀδυνάτους μὲν εἶναι τῷ σώματι, πασῶν δʼ ἀπεστερημένους τῶν ἐλπίδων…
Lysias, Speeches
-
…θρέψεις τε καὶ παιδεύσεις, ξένους ποιήσας, ἵνα καὶ τοῦτο ἀπολαύσωσιν ; ἢ τοῦτο μὲν οὔ, αὐτοῦ δὲ τρεφόμενοι σοῦ ζῶντος βέλτιον θρέψονται καὶ παιδεύσονται μὴ συνόντος σοῦ αὐτοῖς ; οἱ γὰρ ἐπιτήδειοι οἱ σοὶ ἐπιμελήσονται αὐτῶν. πότερον…
Plato, Crito
-
…τυγχάνει ὢν ἔμπορός τις ἢ κάπηλος τῶν ἀγωγίμων, ἀφʼ ὧν ψυχὴ τρέφεται ; φαίνεται γὰρ ἔμοιγε τοιοῦτός τις. τρέφεται δέ, ὦ Σώκρατες, ψυχὴ τίνι ; μαθήμασιν δήπου, ἦν δʼ ἐγώ. καὶ ὅπως γε μή ,…
Plato, Protagoras
-
…, ξένους ποιήσας, ἵνα καὶ τοῦτο ἀπολαύσωσιν ; ἢ τοῦτο μὲν οὔ, αὐτοῦ δὲ τρεφόμενοι σοῦ ζῶντος βέλτιον θρέψονται καὶ παιδεύσονται μὴ συνόντος σοῦ αὐτοῖς ; οἱ γὰρ ἐπιτήδειοι οἱ σοὶ ἐπιμελήσονται αὐτῶν. πότερον ἐὰν μὲν εἰς Θετταλίαν…
Plato, Crito
-
…ἐτελεύτησαν δὲ τὸν βίον, ὥσπερ χρὴ τοὺς ἀγαθοὺς ἀποθνῄσκειν, τῇ μὲν πατρίδι τὰ τροφεῖα ἀποδόντες, τοῖς δὲ θρέψασι λύπας καταλιπόντες. ὥστε ἄξιον τοῖς ζῶσι τούτους ποθεῖν καὶ σφᾶς αὐτοὺς ὀλοφύρεσθαι καὶ τοὺς προσήκοντας αὐτῶν ἐλεεῖν τοῦ ἐπιλοίπου…
Lysias, Speeches
-
…δὴ τῶν παίδων ἕνεκα βούλει ζῆν, ἵνα αὐτοὺς ἐκθρέψῃς καὶ παιδεύσῃς ; τί δέ ; εἰς Θετταλίαν αὐτοὺς ἀγαγὼν θρέψεις τε καὶ παιδεύσεις, ξένους ποιήσας, ἵνα καὶ τοῦτο ἀπολαύσωσιν ; ἢ τοῦτο μὲν οὔ, αὐτοῦ δὲ τρεφόμενοι…
Plato, Crito
-
…ξένος ἐτύγχανον ὤν, συνεγιγνώσκετε δήπου ἄν μοι εἰ ἐν ἐκείνῃ τῇ φωνῇ τε καὶ τῷ τρόπῳ ἔλεγον ἐν οἷσπερ ἐτεθράμμην, καὶ δὴ καὶ νῦν τοῦτο ὑμῶν δέομαι δίκαιον, ὥς γέ μοι δοκῶ, τὸν μὲν τρόπον τῆς λέξεως…
Plato, Apology
-
…καὶ μηδὲν αὐλήσεως ἐπαΐοντας. οὕτως οἴου καὶ νῦν, ὅστις σοι ἀδικώτατος φαίνεται ἄνθρωπος τῶν ἐν νόμοις καὶ ἀνθρώποις τεθραμμένων, δίκαιον αὐτὸν εἶναι καὶ δημιουργὸν τούτου τοῦ πράγματος, εἰ δέοι αὐτὸν κρίνεσθαι πρὸς ἀνθρώπους οἷς μήτε παιδεία ἐστὶν…
Plato, Protagoras
-
…τοιούτων οἷάπερ εἴωθεν γίγνεσθαι ἐν ταῖς ὀρφανίαις περὶ τοὺς ὀρφανούς. ἢ γὰρ οὐ χρὴ ποιεῖσθαι παῖδας ἢ συνδιαταλαιπωρεῖν καὶ τρέφοντα καὶ παιδεύοντα, σὺ δέ μοι δοκεῖς τὰ ῥᾳθυμότατα αἱρεῖσθαι. χρὴ δέ, ἅπερ ἂν ἀνὴρ ἀγαθὸς καὶ ἀνδρεῖος…
Plato, Crito