καπυρώδης Save καπυρώδης, dry LSJ Pape κᾰπῠρ-ώδης, ες, dry, Hsch. s.v. ἴτρια, EM 479.39. καπυρώδης, ες, trocken von Ansehen, VLL und Schol. Ar. Ach. 1091.