παγώδης Save LSJ Bailly 2024 Pape πᾰγώδης, ες, (πάγος) = παγετώδης, Thphr. CP 2.4.12. παγώδης, ης, ες [ᾰ] glacé, gelé, Th. C.P. 2, 4, 12. Étym. πάγος, -ωδης. παγώδης, ες, = παγετώδης, Theophr.