Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
παθηματικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
πάγχροος
παγχρύσεος
πάγχρυσος
πάγχρωμα
πάγχρως
πάγχυ
παγχυρισμός
Πάγχων
Παγχῶοι
παγῶ
παγώδης
Παγώνδας
Παδαῖοι
παδάω
πάδη
παδησχέαι
πάδινος
παδόεις
πάδος
Πάδος
πάζιον
πάθα
παθαίνω
πάθε
παθέειν
παθεῖν
παθεινός
πάθη
πάθημα
παθηματικός
παθηματικῶς
πάθησις
παθητικός
παθητικῶς
παθητός
παθικεύομαι
παθικός
παθιώταρ
πάθνη
παθογνωμονικός
παθοκράτεια
παθοκρατέομαι
παθοκρατορία
παθοκτόνος
παθολογέω
παθολογία
παθολογικός
πάθον
παθοποιία
παθοποιΐα
παθοποιός
πάθος
παι
Παιάν
παιάν
παιανίας
Παιανιεύς
παιανίζω
παιανικός
παίανις
παιᾶνις
…
παθηματικῶς
Save
Bailly 2024
παθηματικῶς
[
ᾰᾰ
]
adv.
avec disposition à souffrir,
Sext.
P.
2, 10
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}