συγγίγνομαι
συγγίγνομαι, συγγίγνομαι, be with, have intercourse with (verb)
Could not find συγγενομένων in Logeion dictionaries.
συγγενομένων aorist middle participle feminine genitive plural, aorist middle participle masculine genitive plural, aorist middle participle neuter genitive plural of συγγίγνομαι
- to be born with, ἅμα σ. γινομένοις Arist. HA 547b31, cf. D.S. 2.56, Man. 1.200.
- II associate, keep company with, hold converse with, τινι Hdt. 3.55, E. El. 603, Ba. 237, Ar. Nu. 1317 (lyr.), V. 1468 (lyr.), Th. 2.12, etc.; χαλεποὶ συγγενέσθαι Pl. R. 330c; πᾶσαν τὴν συνουσίαν σ. Id. Lg. 672a; also ξ. ταῖς Νεφέλαισιν ἐς λόγους Ar. Nu. 252: abs., coexist, cohere, ἀήθεα Emp. 22.8.
- 2 of disciples or pupils, hold converse with a master, consult him, περί τινος, τίνος πέρι; Pl. Phd. 61d, Ar. Av. 113, cf. Pl. Men. 91e, X. Mem. 1.2.27; φροντίσι Ar. Eq. 1293 (lyr.); of the master, Plu. Per. 4.
- 3 σ. γυναικί have sexual intercourse with her, X. An. 1.2.12, Pl. R. 329c; παιδὶ καλῷ IG 42(1).121.105 (Epid., iv B.C.); of the woman, Hdt. 2.121.εʹ, Pl. Lg. 930d, Plu. Sol. 23.
- 4 come to assist, τινι A. Ch. 245, 456 (lyr.): abs., S. El. 411; ξὺν δὲ γενοῦ πρὸς ἐχθρούς A. Ch. 460 (lyr.).
- 5 abs., come together, meet, Th. 4.83, 5.37; σ. ἐς πόσιν Hdt. 1.172; οἱ συγγιγνόμενοι comrades, X. Mem. 1.2.16; ἀριθμὸς συγγ. coming to our aid, Pl. Epin. 978a.
- III become acquainted or conversant with, σπλάγχνοισι Eup. 108, cf. 38; ἐνδείᾳ Pl. Phlb. 45b; ὑδροποσίαις Id. Lg. 674a; λόγῳ Arist. Rh.Al. 1420b28.
1. samen (ge)raken, samenkomen, bij elkaar komen:
2. samenkomen met, met dat.
a. in contact komen met, leren kennen, omgaan met:
b. zich verenigen, samenwerken met:
c. bijstaan, te hulp komen
d. seks. naar bed gaan met:
escúchame, tú que estás unido a ti mismo y estás lleno de poder mágico, el que da el crecimiento
- Dep.
- 1to be with any one, hold converse or communication with, associate or keep company with, τινί Hdt., Attic; so, also, σ. ἐς λόγους τινί Ar.
- 2of disciples or pupils, to hold converse with a master, consult him, Ar., etc.
- 3to come to assist, τινί or πρός τινα Aesch.; absol., Soph.
- 4to come together, meet, Hdt., etc.; οἱ συγγιγνόμενοι comrades, Xen.
-
…σοφώτατος εἶναι Πρωταγόρας. ὢ τί λέγεις ; Πρωταγόρας ἐπιδεδήμηκεν ; τρίτην γε ἤδη ἡμέραν. καὶ ἄρτι ἄρα ἐκείνῳ συγγεγονὼς ἥκεις ; πάνυ γε, πολλὰ καὶ εἰπὼν καὶ ἀκούσας. τί οὖν οὐ διηγήσω ἡμῖν τὴν συνουσίαν, εἰ…
Plato, Protagoras
-
…ἐρωτωμένῳ ὑπό τινος · πῶς, ἔφη, ὦ Σοφόκλεις, ἔχεις πρὸς τἀφροδίσια ; ἔτι οἷός τε εἶ γυναικὶ συγγίγνεσθαι ; καὶ ὅς, εὐφήμει, ἔφη, ὦ ἄνθρωπε · ἁσμενέστατα μέντοι αὐτὸ ἀπέφυγον, ὥσπερ λυττῶντά τινα καὶ…
Plato, Republic
-
…ἔσεσθαι καὶ εἰς τί ἐπιδώσειν ; εἴποι ἂν αὐτῷ ὁ Ζεύξιππος ὅτι πρὸς γραφικήν · κἂν εἰ Ὀρθαγόρᾳ τῷ Θηβαίῳ συγγενόμενος, ἀκούσας ἐκείνου ταὐτὰ ταῦτα ἅπερ σοῦ, ἐπανέροιτο αὐτὸν εἰς ὅτι βελτίων καθʼ ἡμέραν ἔσται συγγιγνόμενος ἐκείνῳ, εἴποι…
Plato, Protagoras
-
…ὅτι Πρωταγόρας ῥᾳδίως ἐπεκδιδάξει, ἐπειδὴ καὶ τὰ πολλὰ ταῦτα ἐξεδίδαξεν. καὶ γὰρ εἰ μέν τις περὶ αὐτῶν τούτων συγγένοιτο ὁτῳοῦν τῶν δημηγόρων, τάχʼ ἂν καὶ τοιούτους λόγους ἀκούσειεν ἢ Περικλέους ἢ ἄλλου τινὸς τῶν ἱκανῶν εἰπεῖν · εἰ…
Plato, Protagoras
-
…ὅσοι τῶν ἡμιθέων δίκαιοι ἐγένοντο ἐν τῷ ἑαυτῶν βίῳ, ἆρα φαύλη ἂν εἴη ἡ ἀποδημία ; ἢ αὖ Ὀρφεῖ συγγενέσθαι καὶ Μουσαίῳ καὶ Ἡσιόδῳ καὶ Ὁμήρῳ ἐπὶ πόσῳ ἄν τις δέξαιτʼ ἂν ὑμῶν ; ἐγὼ μὲν γὰρ πολλάκις ἐθέλω τεθνάναι…
Plato, Apology
-
…χρηματισάμενοι περὶ τὰ χρήματα σπουδάζουσιν ὡς ἔργον ἑαυτῶν, καὶ κατὰ τὴν χρείαν ᾗπερ οἱ ἄλλοι. χαλεποὶ οὖν καὶ συγγενέσθαι εἰσίν, οὐδὲν ἐθέλοντες ἐπαινεῖν ἀλλʼ ἢ τὸν πλοῦτον. ἀληθῆ, ἔφη, λέγεις. πάνυ μὲν οὖν ,…
Plato, Republic
-
…ὅτι εἰς αὔλησιν · οὕτω δὴ καὶ σὺ εἰπὲ τῷ νεανίσκῳ καὶ ἐμοὶ ὑπὲρ τούτου ἐρωτῶντι, Ἱπποκράτης ὅδε Πρωταγόρᾳ συγγενόμενος, ᾗ ἂν αὐτῷ ἡμέρᾳ συγγένηται, βελτίων ἄπεισι γενόμενος καὶ τῶν ἄλλων ἡμερῶν ἑκάστης οὕτως ἐπιδώσει εἰς τί ,…
Plato, Protagoras
-
…οὖν ὁ Πρωταγόρας εἶπεν · ὦ νεανίσκε, ἔσται τοίνυν σοι, ἐὰν ἐμοὶ συνῇς, ᾗ ἂν ἡμέρᾳ ἐμοὶ συγγένῃ, ἀπιέναι οἴκαδε βελτίονι γεγονότι, καὶ ἐν τῇ ὑστεραίᾳ ταὐτὰ ταῦτα · καὶ ἑκάστης ἡμέρας ἀεὶ ἐπὶ τὸ βέλτιον…
Plato, Protagoras
-
…δοκεῖ ἐλλόγιμος γενέσθαι ἐν τῇ πόλει, τοῦτο δὲ οἴεταί οἱ μάλιστʼ ἂ ; ν ; γενέσθαι, εἰ σοὶ συγγένοιτο · ταῦτʼ οὖν ἤδη σὺ σκόπει, πότερον περὶ αὐτῶν μόνος οἴει δεῖν διαλέγεσθαι πρὸς μόνους, ἢ μετʼ ἄλλων…
Plato, Protagoras
-
…ἰδίᾳ λαβόντα διδάσκειν καὶ νουθετεῖν · δῆλον γὰρ ὅτι ἐὰν μάθω, παύσομαι ὅ γε ἄκων ποιῶ. σὺ δὲ συγγενέσθαι μέν μοι καὶ διδάξαι ἔφυγες καὶ οὐκ ἠθέλησας, δεῦρο δὲ εἰσάγεις, οἷ νόμος ἐστὶν εἰσάγειν τοὺς κολάσεως δεομένους…
Plato, Apology