συνταλαιπωρία
συνταλαιπωρία, joint sufferings
Could not find συνταλαιπωρίαις in Logeion dictionaries.
συνταλαιπωρίαις feminine dative plural of συνταλαιπωρία
συντᾰλαιπωρ-ία, ἡ,
- joint sufferings, Plb. 28.6.7 (pl.).