συνταγματικός
συνταγματικός, of or like a σύνταγμα
συνταγμᾰτ-ικός, ή, όν,
- of or like a σύνταγμα 4; συνταγματικά regular treatises, opp. ὑπομνηματικά, Ammon. in Cat. 4.4, cf. Phlp. in Cat. 3.12, Simp. in Cat. 4.20.
συνταγματικός, ή, όν [μᾰ] rangé en bon ordre, méthodique, Gramm.
Étym. σύνταγμα.
συνταγματικός, ή, όν, vom σύνταγμα, dazu gehörig, Sp. Dah. τὰ συνταγματικά, wohl geordnete, gut ausgeführte Schriften, im Ggstz von ὑπομνηματικά, Ammon.