συνταγματαρχία Save LSJ Bailly 2024 συνταγμᾰτ-αρχία, ἡ, in pl., Arr. Tact. 10.9, Ael. Tact. 9.10. συνταγματαρχία, ας (ἡ) [μᾰ] commandement d’une compagnie, Arr. Tact. 10, 3. Étym. συνταγματάρχης.