συνταγματάρχης
συνταγματάρχης, leader of a σύνταγμα Ι
συνταγμᾰτ-άρχης, ου, ὁ,
- leader of a σύνταγμα I, SIG 1225 (Rhodes, iii B.C.), Luc. Bacch. 2, Pseudol. 18: hence συνταγμᾰτ-αρχέω, Ph. 2.66:
συνταγματ·άρχης, ου (ὁ) [μᾰ]
1 chef d’une troupe, Luc. Bacch. 2, Pseud. 18 ||
2 commandant d’une compagnie σύνταγμα, Arr. Tact. 10, 3.
Étym. σύνταγμα, ἄρχω.
συνταγματάρχης, ὁ, Anführer einer Heerschar, Luc. Bacch. 2, Pseudol. 18 ; Suid.
συνταγματάρχης
συνταγμᾰτ-άρχης, ου, ὁ,
- the leader of a σύνταγμα (I), Luc.