φιλομαθία Save LSJ Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape φῐλομαθ-ία, ἡ, v. φιλομάθεια. φιλομαθία, ας (ἡ) [ῐμᾰ] c. φιλομάθεια, Str. 638. φιλομαθία -ας, ἡ zie φιλομάθεια. φιλομαθία, ἡ, = φιλομάθεια, Strab. u. Plut.