ἀποσαφέω
ἀποσαφέω, to make clear
Could not find ἀπεσάφει in Logeion dictionaries.
ἀπεσάφει Verb: imperfect active indicative 3rd singular of ἀποσαφέω
ἀποσᾰφέω, (σαφής)
- make clear, indicate, οὐδὲν ἀπεσάφει . . ὁπότερα ποιήσοι Pl. Prt. 348b, cf. Cra. 384a, Gal. 8.678, Luc. Hist.Conscr. 52; ὑπέρ τινος Jul. Gal. 138a.
aclarar, explicar
οὐδέν
οὐδὲν ἀπεσάφει ... ὁπότερα ποιήσοι
οἴνου τίνα πληρότητα καλοῦσιν
ὁποτέροις τὸ στράτευμα πέμψειε
ὅ τι βούλεται
περὶ τῶν λεκτέων
ὑπέρ τινος
ἀπο·σαφέω-ῶ (impf. ἀπεσάφουν) [σᾰ] éclaircir, expliquer, Plat. Prot. 348b ; Luc. H. conscr. 52.
Étym. ἀπό, σαφής.
ἀποσαφέω, deutlich machen, erklären, Plat. Crat. 384a ; ὁπότερα ποιήσοι Prot. 348b ; Sp., wie Luc. Qu. hist. 52.
ἀποσαφέω
σαφής
- to make clear, Plat.