ἐγκαινισμός
Could not find ἐγκαινισμὸν in Logeion dictionaries.
ἐγκαινισμὸν masculine accusative singular of ἐγκαινισμός
1 renovación
ἓν γάρ ἐστι τὸ βάπτισμα καὶ εἷς ὁ ἐ.
2 en relig. jud.- crist. consagración c. gen.
τοῦ θυσιαστηρίου
τοῦ βωμοῦ
τοῦ ἱεροῦ τοῦ κυρίου
(πάντες) ἐποίησαν τὰ ἐγκαίνια, καὶ προσήνεγκαν εἰς τὸν ἐγκαινισμόν
• dedicación
τῆς εἰκόνος
3 fig. inauguración
ὁδοῦ
del «camino» abierto por Jesucristo