ἐμπίμπλημι
ἐμπίμπλημι, πίμπλημι/ἐμπίμπλημι, fill (+ gen. of thing)
Could not find ἐμπλήσω in Logeion dictionaries.
ἐμπλήσω Verb: aorist active subjunctive 1st singular, Verb: future active indicative 1st singular, Verb: aorist middle indicative 2nd singular of ἐμπίμπλημι
- fill quite full, ἐν ὦν ἔπλησαν τοῦ νεκροῦ τὴν κοιλίην Hdt. 2.87; τὸ πεδίον, τὴν ὁδόν, X. HG 7.1.20, 2.4.11.
- 2 c. gen., fill full of a thing, ἐμπίπληθι ῥέεθρα ὕδατος Il. 21.311, etc.; δέπας ὕδατος Od. 9.209; [ἵππον] ἀνδρῶν ἐμπλήσας 8.495; μὴ . . θυμὸν ἐνιπλήσῃς ὀδυνάων 19.117; ἐ. [τὰ θυλάκια] τῆς ψάμμου Hdt. 3.105, cf. 4.72, 5.114; τοὺς κοφίνους . . ἐμπίμπλη (imper.) πτερῶν Ar. Av. 1310; ἐ. ἵππων τὸν ἱππόδρομον X. Eq.Mag. 3.10: metaph., τὴν ψυχὴν ἔρωτος Pl. Phdr. 255d; τινὰ ἐλπίδων κενῶν Aeschin. 1.171.
- 3 fill a hungry man with food, Od. 17.503.
- b metaph., ἐ. τινὰ μύθων E. Hel. 769; τοῦ πολεμεῖν Isoc. 9.63; ἐκκεκώφωκε τὰ ὦτα καὶ ἐμπέπληκε Λύσιδος Pl. Ly. 204c; ἐρώτων . . ἐμπίμπλησιν ἡμᾶς Id. Phd. 66c; ἐμπιμπλὰς ἁπάντων τὴν γνώμην X. An. 1.7.8.
- 4 satiate, τὴν ἀναιδῆ γνώμην αὑτοῦ D. 21.91; ἵμερον A.R. 4.429; ἕως νυκτὸς ἀλλήλους Longus 2.38.
- 5 fulfil, accomplish, τὴν αὑτοῦ μοῖραν Pl. Lg. 959c.
- II Med. (with aor. Pass.), ἐμπίμπλαμαι E. Ion 925; ἐμπιμπλάμενος Cratin. 142, Pherecr. 80, Epicur. Nat. 117G.: impf. ἐνεπιμπλάμην X. An. 7.7.46, Aeschin. 3.230, etc.: later 3 pl. ἐνεπιμπλῶντο D.S. 34/5.2.29:—fill for oneself or what is oneʼs own, ἐμπλήσατο νηδύν Od. 9.296; μένεος ἐμπλήσατο θυμόν he filled his heart with rage, Il. 22.312; θαλέων ἐμπλησάμενος κῆρ ib. 504; τὸ ἄγγος τοῦ ὕδατος ἐ. Hdt. 5.12.
- 2 abs., eat oneself full, eat oneʼs fill, ἐνιπλησθῆναι ἀνώγει Od. 7.221, cf. Hdt. 8.117, Ar. V. 911, X. Mem. 1.3.6, etc.: metaph., ἐπειδὴ τάχιστα ἐνέπληντο (ἐνεπέπληντο codd.) Lys. 28.6.
- III Pass., aor.1 ἐνεπλήσθην (v. infr.): aor. 2 ἐνεπλήμην Ar. V. 911, 1304, prob. in Lys. 28.6; opt. ἐμπλῄμην (v. infr.): plpf. ἐνεπεπλήμην f.l. in Lys. l.c., late ἐμπέπληστο Max.Tyr. 18.7; ἐνέπλησθεν δέ οἱ . . αἵματος ὀφθαλμοί Il. 16.348; δακρύων τὰ ὄμματα X. Cyr. 5.5.10; ἔμπληντο βροτῶν ἀγοραί Od. 8.16; πόλις δʼ ἔμπλητο ἀλέντων Il. 21.607; ἐνέπλητο πολλῶν κἀγαθῶν Ar. V. 1304; φακῆς ἐμπλήμενος ib. 984, cf. Ec. 56: metaph., υἷος ἐνιπλησθῆναι . . ὀφθαλμοῖσιν to take my fill of my son with my eyes, i.e. to sate myself with looking on him, Od. 11.452; ὀργῆς καὶ μένους ἐμπλήμενος Ar. V. 424; πλεονεξίας ἐμπίμπλασθαι Pl. Criti. 121b.
- 2 c. dat., ἀμπελίνῳ καρπῷ ἐ. to be filled with . ., Hdt. 1.212; ἐμπιπλάμενοι πυριάτῃ Cratin. 142; ἐμπίπλαται . . αἵματι ὁ βωμός Paus. 3.16.10.
- 3 c. part., μισῶν οὔποτʼ ἐμπλησθήσομαι γυναῖκας E. Hipp. 664, cf. Ion 925; βάλλων . . οὐκ ἂν ἐμπλῄμην Ar. Ach. 236; οὐκ ἐνεπίμπλασο ὑπισχνούμενος X. An. 7.7.46; ἔμπλησο λέγων speak thy fill, Ar. V. 603.—The two last constructions are post-Homeric. (Freq. written -πίπλ-, but the evidence of the best codd. of Att. writers is in favour of -πίμπλ-.)
A tr.
I frec. c. ac. del recipiente o similar y gen. de materia
1 llenar, colmar
a) c. gen. de materia líquida
ἐμπίμπληθι ῥέεθρα ὕδατος
llena tus cauces de agua dirigiéndose al río Escamandroἓν δέπας ... ὕδατος
ἑπτὰ καὶ ἑξήκοντα λεκάνας ἐνέπλησε πύους
(κύστιν) ἐλαίου
τοὺς ὀφθαλμοὺς ἐμπίπλησι δακρύων
llena las cuencas de sus ojos de lágrimasδώδεκα δ' ἔμπλησον
llena doce ánforas de vino(διὰ τὸ) ἐμπλησθῆναι δὲ τῶν σωμάτων τὴν ... λίμνην
ὑπὸ τῆς πρώτης κεφαλῆς τοῦ ῥοὸς ἐμπίμπλαται
• en v. med. mismo sent.
τὸ ἄγγος τοῦ ὕδατος ἐμπλησαμένη
b) c. gen. de materia sólida
ἐμπλήσαντες ταῦτα (θυλάκια) τῆς ψάμμου
ταρίχου τὸ σταμνίον
τοὺς κοφίνους ... ἐμπίμπλη πτερῶν
τὰ ἀγγεῖα ... σίτου
ὃν (el caballo de Troya) ... ἀνδρῶν ἐμπλήσας
εἰς ὅ κε πάντας ἐνιπλήσωσιν ἐπαύλους
hasta que llenen todas mis majadas de ganadoἐνέπλησαν ἀσπίδας τέσσαρας
de dinero(τὸ πλῆθος) ἐμπίπλαται ἀγγεῖον
la cantidad (de huevos del pulpo) llena completamente la cavidad
c) medic.
πολλῆς ὑγρασίης ἐμπίμπλησι τὴν χώρην
οἱ πόνοι πνεύματος ἐνέπλησαν τὰς φλέβας
τὸ τραῦμα δηλητηρίων φαρμάκων
d) fig., c. ac. de sedes de la sensación, el sentimiento, el intelecto o la pers. y gen. de abstr. llenar, henchir
μή μοι ... θυμὸν ἐνιπλήσῃς ὀδυνάων
ψυχὴ ... διασείουσα (τὸ σῶμα) ... νόσων ἐμπίμπλησι
φλυαρίας ... ἡμᾶς πολλῆς
ἀπορίας τε καὶ ἀσαφείας ... πάντ' ἄνδρα
(τὸ μειράκιον) ἐλπίδων κενῶν
κροτοθορύβου ἡμᾶς ἐνέπλησας
αὐτοὺς σοφίας
πᾶν τὸ στρατόπεδον ἐνέπλησε θορύβου καὶ ταραχῆς
τὸ δὲ στόμα μου ἐμπλήσαιμι ἐλέγχων
θάρσεος ... τοὺς πολε[ίτας
ὅπως μὴ ῥᾳδιουργίας οἱ πολῖται ... ἐμπίμπλαιντο
τὰς ναῦς ... καίτοι ναυτικῆς ἀταξίας ἐμπεπλησμένας
• en v. med. mismo sent.
μένεος δ' ἐμπλήσατο θυμόν
llenó de ira su corazónἐμ μένεος ... κελαινὸν πίμπλαται ἦτορ
2 llenar sustituyendo, rellenar
τὰς (γαστέρας) ... κνίσης τε καὶ αἵματος ἐμπλήσαντες
rellenando tripas de grasa y sangre para hacer un plato o embutidoἐν ὦν ἔπλησαν τοῦ νεκροῦ τὴν κοιλίην
τὴν κοιλίην ... ἐμπιμπλᾶσι ἀχύρων
3 impregnar, empapar, manchar completamente sólo c. ac. del vestido
αἷμα ... κόλπον ἐνέπλησεν
la sangre (del hígado) impregnó el regazo de su vestiduraἐμπλῆσαι τὸ λώπιον τὸ αὐτᾶς
impregnar su vestidura con su propio vómito
4 saciar, hartar, satisfacer c. ac. de cosa o abstr.
(ἐπεὶ Κύκλωψ) μεγάλην ἐμπλήσατο νηδύν
de comidaτὰς δὲ δέκ' (μοίρας) ἐμπίπλησι γυνή
de placerἐμπιμπλὰς ἁπάντων τὴν γνώμην
dando satisfacción a la opinión de todosἵμερον
• c. ac. de pers.
ὥστε ἐνέπλησαν ἕως νυκτὸς ἀλλήλους
de modo que hasta la noche se saciaron uno del otroοὕτως ἐνέπλησεν αὐτοὺς τοῦ πολεμεῖν
hasta tal punto los hartó de guerrearμακρότητα ἡμερῶν ἐμπλήσω αὐτόν
le saciaré de gran número de días, e.d., le daré larga vidaἐχ]θρότατον τὸν ἀδελφὸν ... τοιαύτης θοίνης ἐμ[π]λήσασα (τράπεζα)
οὐ γὰρ ἐμπλήσαιμί σ' ἂν μύθοις
• en v. med. mismo sent., c. ac. y dat. de pers.
βασιλεῖ τὴν ἀμφὶ τούτῳ ἐπιθυμίαν ἐνεπλήσατο
• abs.
πάντες ἐνέπλησάν τ' ἔδοσάν τε
al mendigo
5 ref. al tiempo cumplir
τὴν αὑτοῦ μοῖραν
II c. ac. de una superficie
1 colmar, cubrir, recubrir
πυρήν τ' ἐμπλησέμεν ἐσθλῶν
recubrir de cosas valiosas la pira sacrificialἐμπλήσω τῶν τραυματιῶν τοὺς βουνούς σου
cubriré de víctimas tus colinasλαφύρων τὸ στρατόπεδον ἐμπιπλάναι
colmar el campamento de botín
2 milit. ocupar, invadir c. ac.
οἱ ... σύμμαχοι διαταξάμενοι καὶ ἐμπλήσαντες τὸ πεδίον
los aliados desplegándose y ocupando completamente la llanuraτὴν ὁδόν
ἐμπλήσαντες ἵππων τὸν ἱππόδρομον
ocupando con los caballos el hipódromo
B intr. en v. med. y med.-pas., frec. c. gen.
1 llenarse
ἐνέπλησθεν δε οἱ ... αἵματος ὀφθαλμοί
se le llenaron los ojos de sangreδακρύων τὰ ὄμματα
ὕδατος
οἴκτου σὸν βλέπων ἐμπίμπλαμαι πρόσωπον
me lleno de compasión al contemplar tu rostro
• medic., fisiol. llenarse, henchirse
ἡ κοιλίη ὕδατος ἐμπίπλαται
ῥευμάτων τε καὶ πνευμάτων ὥσπερ λίμνας ἐμπιμπλαμένους
(ἡ κύστις) ἀέρος ψυχροῦ ἐνέπλησεν
(la vejiga) se llena de aire frío tras salir la orina
• ref. al oído llenarse completamente, saturarse
τὸ δὲ τὴν ἀκοὴν δέχεσθαι μὲν πάσας φωνάς, ἐμπίμπλασθαι δὲ μήποτε
ἡμῶν ... τὰ ὦτα ... ἐμπέπληκε Λύσιδος
nuestros oídos están saturados de (escuchar el nombre de) Lisis
• fig. llenarse, cargarse de sentimientos, pasiones, etc.
ὀργῆς καὶ μένους ἐμπλήμενος
μήτε ὕπνου μήτε ἀφροσύνης ἐμπίμπλασθαι
ὕπνου καὶ χάσμης
ἐν δέ οἱ ὄσσε πλῆτο πυρός
πλεονεξίας ἀδίκου ... ἐμπιμπλάμενοι
οἱ αὐχὴν θυμοῦ ἐνεπλήσθη
el cuello se le llenó de bravuraσ]τάσ[ε]ως ἐμ[πιμ]πλάμενον διὰ τ[ὴν] ὑπεναντιότητα τῶν [ἔργ]ων καὶ [τῆς δόξη]ς
οὐκ ἂν ἐμπέπληστο ἡ Ἑλλὰς τοσούτων κακῶν
ὀφθαλμὸς αὐτοῦ οὐκ ἐμπίπλαται πλούτου
ὀργῆς ἅμα καὶ ζηλοτυπίας ἐμπλησθείς
ἐμπλησθέντες τῆς ὕβρεως
ἀνοίας
2 llenarse, estar cubierto u ocupado de lugares
πόλις δ' ἔμπλητο ἀλέντων
ἔμπληντο βροτῶν ἀγοραί
τῆς γῆς πάντα ἐμπεπλᾶσθαι καὶ λογικῶν ζῴων καὶ ἀλόγων
ἐνεπίμπλατο ἡ ὀρχήστρα χρυσῶν στεφάνων
ἐμπίπλαται ... αἵματι ὁ βωμός
3 hartarse, saciarse c. gen. de comida o bebida
τριχίδων ἑσπέρας ἐμπλήμενος
habiéndose hartado por la tarde de sardinasσίτων ἅδην
τῷ (ἀμπελίνῳ καρπῷ) ... ἐμπιμπλάμενοι
ἐμπιμπλάμενοι πυριάτῃ
ταῖς δὲ ἁρπαγαῖς οὕτως ἐνεπλήσθησαν οἱ στρατιῶται
οὐδένα τε κόσμον ἐμπιπλάμενοι ... ἀπέθνησκον
por haber comido sin tasa, fallecieronἐπειδὴ [δὲ] τάχιστα ἐνεπέπληντο
• abs.
(γαστὴρ) ἐνιπλησθῆναι ἀνώγει
κἀμπιμπλάμενος κάθευδε τῆς μεσημβρίας
y harto de comer, echa la siestaἐνέπλητ' ἐν τῷ σκότῳ
se hartó de queso en la oscuridadὡς δὲ ἐνεπλήσθησαν
una vez que estuvieron ahítos
• fig., c. gen. de pers.
υἷος ἐνιπλησθῆναι ... ὀθφαλμοῖσιν
hartarme de contemplar a mi hijo con mis ojosἐὰν ὑμῶν ... ἀπὸ μέρους ἐμπλησθῶ
si puedo disfrutar un poco de vosotros
4 c. part., frec. c. neg. cansarse, acabar de, dejar de
ὅσα ἔσοιτο ὑπισχνούμενος οὐκ ἐνεπίμπλασο
μισῶν δ' οὔποτ' ἐμπλησθήσομαι γυναῖκας
nunca me cansaré de odiar a las mujeresἔμπλησο λέγων
βάλλων ἐκεῖνον οὐκ ἂν ἐμπλῄμην λίθοις
nunca dejaría de tirarle piedras
1. vullen (met), vol maken (met), met acc. en gen.:
2. med., zonder acc. zich vullen, volraken van,
- Ito fill quite full, Od., Xen.
- 2c. gen. to fill full of a thing, Hom., etc.
- IIMid. to fill for oneself or what is oneʼs own, ἐμπλήσατο νηδύν Od.; μένεος ἐμπλήσατο θυμόν he filled his heart with rage, Il.
- IIIPass. to be filled full of a thing, c. gen., Hom.:—metaph., υἷος ἐνιπλησθῆναι to take my fill of my son, i. e. to sate myself with looking on him, Od.; so c. part. to be satiated with doing, Eur., Xen.
- 2c. dat., καρπῷ ἐμπ. to be filled with . ., Hdt.
- 3absol. to eat oneʼs fill, Hdt., etc.
-
…ἀλλὰ φέρε, παῖ, φάναι, τὸν ψυκτῆρα ἐκεῖνον, ἰδόντα αὐτὸν πλέον ἢ ὀκτὼ κοτύλας χωροῦντα. τοῦτον ἐμπλησάμενον πρῶτον μὲν αὐτὸν ἐκπιεῖν, ἔπειτα τῷ Σωκράτει κελεύειν ἐγχεῖν καὶ ἅμα εἰπεῖν · πρὸς μὲν Σωκράτη, ὦ ἄνδρες…
Plato, Symposium
-
…οὐδέν. ἅτε οὖν οἶμαι φιλότιμοι ὄντες καὶ σφοδροὶ καὶ πολλοί, καὶ συντεταμένως καὶ πιθανῶς λέγοντες περὶ ἐμοῦ, ἐμπεπλήκασιν ὑμῶν τὰ ὦτα καὶ πάλαι καὶ σφοδρῶς διαβάλλοντες. ἐκ τούτων καὶ Μέλητός μοι ἐπέθετο καὶ Ἄνυτος καὶ Λύκων ,…
Plato, Apology
-
…ἵππου κόσμον ἄεισον δουρατέου, τὸν Ἐπειὸς ἐποίησεν σὺν Ἀθήνῃ, ὅν ποτʼ ἐς ἀκρόπολιν δόλον ἤγαγε δῖος Ὀδυσσεὺς ἀνδρῶν ἐμπλήσας οἵ ῥʼ Ἴλιον ἐξαλάπαξαν. αἴ κεν δή μοι ταῦτα κατὰ μοῖραν καταλέξῃς, αὐτίκʼ ἐγὼ πᾶσιν μυθήσομαι ἀνθρώποισιν ,…
Homer, Odyssey
-
…ἢ ἄρνʼ ἀμαλὴν ἤ πτῶκα λαγωόν · ὣς Ἕκτωρ οἴμησε τινάσσων φάσγανον ὀξύ. ὁρμήθη δʼ Ἀχιλεύς, μένεος δʼ ἐμπλήσατο θυμὸν ἀγρίου, πρόσθεν δὲ σάκος στέρνοιο κάλυψε καλὸν δαιδάλεον, κόρυθι δʼ ἐπένευε φαεινῇ τετραφάλῳ · καλαὶ δὲ περισσείοντο…
Homer, Iliad
-
…τάδε · ἄπληστε αἵματος Κῦρε, μηδὲν ἐπαερθῇς τῷ γεγονότι τῷδε πρήγματι, εἰ ἀμπελίνῳ καρπῷ, τῷ περ αὐτοὶ ἐμπιπλάμενοι μαίνεσθε οὕτω ὥστε κατιόντος τοῦ οἴνου ἐς τὸ σῶμα ἐπαναπλέειν ὑμῖν ἔπεα κακά, τοιούτῳ φαρμάκῳ δολώσας ἐκράτησας παιδὸς τοῦ…
Herodotus, The Histories
-
…πατὴρ φίλος ὄψεται ἐλθών, καὶ κεῖνος πατέρα προσπτύξεται, ἣ θέμις ἐστίν. ἡ δʼ ἐμὴ οὐδέ περ υἷος ἐνιπλησθῆναι ἄκοιτις ὀφθαλμοῖσιν ἔασε · πάρος δέ με πέφνε καὶ αὐτόν. ἄλλο δέ τοι ἐρέω, σὺ δʼ ἐνὶ φρεσὶ…
Homer, Odyssey
-
…φρεσίν, ἡ δὲ μάλʼ αἰεὶ ἐσθέμεναι κέλεται καὶ πινέμεν, ἐκ δέ με πάντων ληθάνει ὅσσʼ ἔπαθον, καὶ ἐνιπλησθῆναι ἀνώγει. ὑμεῖς δʼ ὀτρύνεσθαι ἅμʼ ἠοῖ φαινομένηφιν, ὥς κʼ ἐμὲ τὸν δύστηνον ἐμῆς ἐπιβήσετε πάτρης καί περ πολλὰ…
Homer, Odyssey
-
…δʼ ἀντικρὺ δόρυ χάλκεον ἐξεπέρησε νέρθεν ὑπʼ ἐγκεφάλοιο, κέασσε δʼ ἄρʼ ὀστέα λευκά · ἐκ δʼ ἐτίναχθεν ὀδόντες, ἐνέπλησθεν δέ οἱ ἄμφω αἵματος ὀφθαλμοί · τὸ δʼ ἀνὰ στόμα καὶ κατὰ ῥῖνας πρῆσε χανών · θανάτου δὲ μέλαν νέφος…
Homer, Iliad
-
…. οὐ μὴν κατʼ αὐτὸ ταῖς γνώμαις προσέπιπτε τῶν παρόντων, ἀλλʼ οἱ μὲν ἔσπευδον ὑπακούειν καὶ μόνον οὐχ ἡδονῆς ἐνεπίμπλαντο καλὸν εἶναι τὸν θάνατον νομίζοντες, τοὺς δʼ αὐτῶν μαλακωτέρους γυναικῶν καὶ γενεᾶς οἶκτος εἰσῄει, πάντως δὲ καὶ τῆς…
Flavius Josephus, Jewish War
-
…ἡμῖν πλέον ἢ Ῥωμαίοις ὄντας πολεμίους · ὅπου γε Δαμασκηνοὶ μηδὲ πρόφασιν εὔλογον πλάσαι δυνηθέντες φόνου μιαρωτάτου τὴν αὐτῶν πόλιν ἐνέπλησαν ὀκτακισχιλίους πρὸς τοῖς μυρίοις Ἰουδαίους ἅμα γυναιξὶ καὶ γενεαῖς ἀποσφάξαντες. τὸ δʼ ἐν Αἰγύπτῳ πλῆθος τῶν μετʼ αἰκίας ἀνῃρημένων…
Flavius Josephus, Jewish War